You are currently browsing the category archive for the 'Εκκλησία' category.
Στις 17 Οκτωβρίου 1948 ο Πεζοπορικός Όμιλος Λάρνακας (ΠΟΛ) με πολιτικό μνημόσυνο τίμησε τα έντεκα χρόνια από τον θάνατο του εξόριστου Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά (1889-1937). Η εκδήλωση έγινε στο προαύλιο του σωματείου, το οποίο στεγαζόταν τότε στο κτήριο του Νηπιαγωγείου Καλογερά, πλάι στην Αστική Καλογερά. Στο πυκνό ακροατήριο περιλαμβανόταν και ο Μητροπολίτης Μακάριος Β΄ (κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Κύπρου) που μόλις λίγους μήνες προηγουμένως είχε εκλεγεί στο θρόνο Κιτίου. Ομιλητές ήταν ο γραμματέας του Πεζοπορικού Νίκος Γ. Δημητρίου, ο δήμαρχος Πάφου Χριστόδουλος Γαλατόπουλος και ο πολιτευτής Ν. Κλ. Λανίτης. [Το φυλλάδιο της εκδήλωσης παρουσιάζεται στην ανάρτηση αρ. 37].

Ο προαύλιος χώρος του Πεζοπορικού με το πυκνό πλήθος. Δεξιά στο βάθος το κτήριο του Δημοτικού Καλογερά.

Τμήμα του πλήθους που παρακολούθησε την εκδήλωση. Στην πρώτη σειρά, πρώτος αριστερά ο Μητροπολίτης Μακάριος Β΄.
Ένας “αλλιώτικος” ναός του Αγίου Λαζάρου παρουσιάζεται στο ταχυδρομικό δελτάριο του Θ. Ν. Τουφεξή (από τη δεκαετία του 1930) όταν ακόμη η ομορφιά του κτίσματος κρυβόταν κάτω από την ισοπεδωτική κάλυψη χονδροειδούς σοβατίσματος.

Ο τριανταδυάχρονος ιερομόναχος Λεόντιος Λεοντίου, ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Πάφου στέλλει στον εκπαιδευτικό και δημοσιογράφο Αντώνη Οικονόμου, στη Λάρνακα, την πιο κάτω επιστολή, λίγο πριν αναχωρήσει με διετή υποτροφία για θεολογικές σπουδές στις Η.Π.Α. Ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο στη Λάρνακα, κατά την περίοδο 1923-1926, είχε δημιουργήσει πολλούς δεσμούς με την πόλη.
Μετά τις σπουδές του και ενώ βρισκόταν στην Αμερική εξελέγη μητροπολίτης Πάφου, ως Λεόντιος Α΄. Ύστερα από τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄ υπηρέτησε ως τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου (1933-1947), ενώ αργότερα, μετά την εξορία του Μητροπολίτη Κιτίου Νικοδήμου, ανέλαβε και ως τοποτηρητής της μητρόπολης Λάρνακας. Στις 29 Ιουνίου 1947 έγινε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, έως το θάνατό του τριανταέξη μέρες αργότερα.


Ι. Μητρόπολις Πάφου 27/2/1928
Αξιότιμέ μοι φίλε κ. Α. Οικονόμου,
Η συγχαρητήριος επιστολή σας επί τη υποτροφία μου, η αποπνέουσα το ευωδέστατον άρωμα της αγνής αγάπης, η θερμοτέρα πασών, όσας έχω λάβει, η πλέον συγκινήσασά με και δια τούτο εναποτεθειμένη όπου φυλάττω τα τιμαλφή μου, ευρίσκετο πάντοτε επί του γραφείου μου έως του νυν, οπότε μετά την ανησυχίαν, εις ην με ενέβαλεν η αναβολή επί τριμηνον της υποτροφίας μου, εύρον την ηρεμίαν να επικοινωνήσω πάνυ ευχαρίστως μεθ’ υμών και να ευχαριστήσω υμάς δι’ όσα εγράψατε.
Ευγνωμονώ, φίλτατέ μου, δια τας καλάς σας περί εμού ιδέας και γνώμας και ομολογώ ότι η μεγίστη δι’ εμέ ενθάρρυνσις είναι η αγάπη των φίλων μου, όπως υμείς σεβαστών και αξιολόγων.
Ουδέποτε, πιστεύσατε, θα λησμονήσω υμάς, καίτοι απεμακρύνθην εκ Λάρνακος και καίτοι, Θεού βοηθούντος, θα ευρεθώ μετ’ ου πολύ μακράν της πατρίδος, της φίλης πατρίδος, δεν θα παραλείπω δε ευκαιρίαν από του να σας ενθυμούμαι μετά της μεγαλυτέρας θέρμης.
Εις τους δεινούς του βίου αγώνας και τας τρικυμίας, ας συνεπάγεται η προσπάθεια προς πρόοδον τοιαύται αναμνήσεις είναι ουχί μόνον ευχάριστοι, αλλά και λίαν εποικοδομητικαί.
Λίαν λοιπόν υπόχρεως,
διατελώ
μετά πάσης τιμής
Υμέτερος
Λεόντιος Λεοντίου.
Υ.Γ. Σας συγχαίρω δια την συγγενή σας διδασκάλισσαν Έμπας· είναι τω όντι αξία συγχαρητηρίων· και εκ πρώτης όψεως εξετίμησα αυτήν, αλλ’ ήλθε και η γενική ομολογία των χωρικών να επιβεβαιώση την ατομικήν μου γνώμην.
Παρακαλώ χαιρετίσατε εκ μέρους μου τους εν Λάρνακι αγαπώντάς με και τους ενδιαφερομένους υπέρ εμού.
idem.
[Σημειώσεις: Η δασκάλα που αναφέρεται στο υστερόγραφο είναι η Ευανθία Β. Παπανδρέου. / idem=ο ίδιος].
Τον Οκτώβρη 1950, μετά την εκλογή του Μητροπολίτη Κιτίου Μακαρίου Β΄ ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄, κυκλοφόρησε στη Λάρνακα μικρού σχήματος φυλλάδιο τυπωμένο σε χαρτονάκι από το τυπογραφείο Π. Χειμωνίδη, όπου διακριτικά προβαλλόταν η υποψηφιότητα του ιερολογιοτάτου Ιάκωβου Παύλου για το θρόνο Κιτίου. Χαρακτηριστικό του ήθους του υποψηφίου είναι ότι στο φυλλάδιο δεν γινόταν συγκεκριμένη αναφορά υποψηφιότητας για τη Μητρόπολη Κιτίου και μόνο υπαινικτικά ο ιερωμένος προβαλλόταν ως “ο μόνος ενδεδειγμένος” για θέση που κενώθηκε μετά την αρχιεπισκοπική εκλογή. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εκκλησίες της Λάρνακας είναι η ενοριακή εκκλησία Παναγίας Χρυσοπολίτισσας, τόσο για την αρχιτεκτονική της όσο και για το εσωτερικό και τα κειμήλιά της. Μαρτυρίες για την εκκλησία υπάρχουν από τις αρχές του 17ου αιώνα, παρότι η ιστορία της πρέπει να ξεκινά από πολύ παλαιότερα, όταν πιθανόν να λειτούργησε και ως μονή. Τα τελευταία χρόνια (από το 2000) πραγματοποιήθηκαν εργασίες προσεκτικής αναπαλαίωσής της που ανέδειξαν όλη την ομορφιά του κτίσματος και αξιοποίησαν επωφελέστερα την παρουσία της στην ομώνυμη ενορία.
Το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζεται πιο κάτω αφορά σε παλαιότερα χρόνια.

Η κύρια είσοδος και οι ιερείς (φωτογραφία δημοσιευμένη το 1906)

Η στοά μπροστά στο ναο (σχέδιο πρώτων δεκαετιών 20ου αιώνα)
Εορτασμός στην εκκλησία (φωτογραφία Glaszner, γύρω στα 1925)

Η ενορία Χρυσοπολίτισσας, με το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας αριστερά (φωτογραφία δεκαετίας 1930)
Στη δυτική πλευρά της εκκλησίας Αγίου Λαζάρου και δίπλα στο κτήριο της Αλληλοδιδακτικής Σχολής (1857) βρίσκεται μικρός περίκλειστος χώρος κοιμητηρίου με δεκαοκτώ διασωζόμενους τάφους Διαμαρτυρομένων ―κυρίως Αγγλικανών― (από τους οποίους οι δεκαέξι ενεπίγραφοι). Πρόκειται για τάφους ξένων κατοίκων της Λάρνακας ή περαστικών πολιτών ξένων χωρών οι οποίοι πέθαναν στην πόλη κατά την περίοδο 1685-1848 και βρήκαν εδώ χώρο ανάπαυσης.
Η πρώτη φωτογραφία και το σχέδιο που παρουσιάζονται πιο κάτω είναι του 1878, αμέσως μετά την έναρξη της Αγγλικής κατοχής. Στο σχέδιο ο καλλιτέχνης παίρνει την πρωτοβουλία να δώσει “ατμόσφαιρα ανατολής” στην εικόνα του προσθέτοντας και ένα μιναρέ (προφανώς του μακρινού Μεγάλου Τζαμιού, που μάλλον δεν πρέπει να φαινόταν από το σημείο όπου έγινε το σχεδίασμα). Η τελευταία φωτογραφία είναι της δεκαετίας του 1930 και παρουσιάζει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τον χώρο του κοιμητηρίου.



Δύο εικόνες του Δωδεκάορτου στο εικονοστάσι του ιερού ναού Παναγίας Χρυσοπολίτισσας στη Λάρνακα, έργα του κρητικού ζωγράφου Θεόδωρου Πουλάκη (β’ μισό του 17ου αιώνα).

“Η Σταύρωσις του Ιησού Χριστού”

“Η Ανάστασις του Ιησού Χριστού”
Με ενέργειες του αββά Paolo Brunoni, τέσσερις γαλλίδες καθολικές καλογριές έφθασαν στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 1844 για εκπαιδευτικές και νοσηλευτικές δραστηριότητες. Δεκαπέντε μήνες αργότερα άρχισαν οι εργασίες ανοικοδόμησης της Μονής τους, στην οποία εγκαταστάθηκαν το 1848. Για πολλά χρόνια, έως και τις πρόσφατες δεκαετίες, η “Σχολή Καλογραιών Αγίου Ιωσήφ” λειτουργούσε προσφέροντας εκπαίδευση σε νέες από όλη την Κύπρο.
Ακολουθούν δύο απόψεις της Μονής Καλογραιών St Joseph de l’ Apparition από δημοσιεύματα του 1879.
Ο άγγλος συγγραφέας Sir Samuel White Baker και η σύζυγός του, αναχωρούν από τη Λάρνακα προς το εσωτερικό.
(Γύρω από τη Μονή δεν υπήρχαν τότε άλλα κτίσματα. H Σκάλα και η Λάρνακα χωρίζονταν από μεγάλες ακατοίκητες εκτάσεις).
Εξωτερικό του κτηρίου (δεκαετία 1950)
Σχολικό τετράδιο (1910)
Τάξη μαθητριών (1930)
Η παλαιότερη ιστορία της Μονής Αγίου Γεωργίου του “Κοντού” δεν είναι επαρκώς τεκμηριωμένη, παρ’ ότι έμμεσες μαρτυρίες υποδηλώνουν πολύχρονη παρουσία της.
Εκτός από τη θρησκευτική σημασία του ναού, στην περιοχή οργανώνονταν ―ίσως από τα μέσα του 19ου αιώνα― δύο μεγάλες πανηγύρεις (3 Νοεμβρίου “του Αγίου Γεωργίου του Σπόρου”, και 23 Απριλίου) με αξιόλογη οικονομική σημασία, ιδιαίτερα για την εμπορία ζώων.
Η πανήγυρη της 3ης Νοεμβρίου 1923
Πιο κάτω γίνεται προσπάθεια χρονολογικής καταγραφής ενδεικτικών ημερομηνιών της παλαιότερης ιστορίας της Μονής :
1779 Κώδικας της Μονής (από μαρτυρίες που αναφέρονται σε κώδικα αυτής της ημερομηνίας, ο οποίος έχει χαθεί).
1818 Ιερομόναχος Άνθιμος, ενοικιαστής της Μονής (Από επιγραφή σε επάργυρο κάλυμμα εικόνας της Μονής: “Αργυροκοσμήθη η παρούσα εικών του Αγίου ενδόξου Μεγαλ. Γεωργίου του Τροπαιοφόρου επί αρχιθύτου εκ κώμης Καϊμακλή εις μνημόσυνον αυτού και των γονέων και του επιστατούντος Ανθίμου ιερομονάχου και των εισερχομένων εν τη αυτή Μονή ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών 1818”).
1833 Επί αρχιερατείας του Μητροπολίτη Κιτίου Λεοντίου Β΄ κατεδαφίζεται το παλαιό κτίσμα της Μονής και αρχίζει η ανέγερση νέου.
1834 Ολοκληρώνεται η ανέγερση του νέου ναού.
1840 Ο Χατζηκονόμος Μελέτιος, από τα Λεύκαρα, αναλαμβάνει τη διαχείριση.
1853 Ολοκληρώνεται ο εξοπλισμός του εσωτερικού του ναού.
1859, 8 Μαΐου Ο Μητροπολίτης Κιτίου Μελέτιος εκδίδει εκχωρητήριο έγγραφο με το οποίο τη διαχείριση της Μονής αναλαμβάνει διαχειριστική Επιτροπή.
1872 Επάνω στην κύρια είσοδο του ναού τοποθετείται τοιχογραφία και η ακόλουθη κτιτορική επιγραφή: “Ανηγέρθη εκ βάθρων ο πάνσεπτος και πανίερος ούτος ναός του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, επιστασία και δαπάνη του πανοσιοτάτου κυρίου Μελετίου οικονόμου εκ Λευκάρων της κώμης, ομού δε και συνδρομή πάντων των ευσεβών και Ορθοδόξων Χριστιανών. Ήρχισεν εν έτει ΑΩΛΓ [1833], αρχιερατεύοντος του αοιδίμου Λεοντίου και ετελείωσεν εν έτει ΑΩΓΔ [1834].Τα δε εν τω ναώ εν έτει ΑΩΝΓ [1853], αρχιερατεύοντος του Πανιερωτάτου Κυρίου Κυρίου Μελετίου του εξ Ομόδους της κώμης”.
1886 Ανακαινίζεται η Μονή [εφημερίδα Ένωσις B’ 71 19/1 Mαΐου 1886)]
1900 Ύδρευση της Μονής με διασωλήνωση από δωρεά Δημοσθένη Μιτζή. Προς τιμήν του στήνεται προτομή της μητέρας του Μαρίας Χ. Μιτζή.


1922 Κατεδάφιση παλαιών κελιών και ανέγερση νέου περίβολου και προπυλαίων.
1923 Ανέγερση διαμερισμάτων ανατολικής πλευράς.
1926 Πεθαίνει ο εφημέριος Γεώργιος Μαρκαντωνίου, σε ηλικία 70 χρόνων, με σαραντάχρονη υπηρεσία στη Μονή.
1954, 30 Μαΐου Αποκαλυπτήρια προτομής Φιλίου Ζαννέτου από τον Aρχιεπίσκοπο Mακάριο Γ’, παρουσία των Mητροπολιτών Kιτίου και Kυρηνείας, του Xωρεπισκόπου Σαλαμίνος, των Hγουμένων Kύκκου, Aγίου Nεοφύτου και Xρυσορροϊατίσσης, των Δημάρχων Λευκωσίας, Πάφου, Kυρηνείας, εκπροσώπων Λεμεσού, Aμμοχώστου, πολλών Oργανώσεων και πλήθους κόσμου. Kύριος ομιλητής ο Σπύρος Πετρακίδης.
Τον Σεπτέμβριο του 1883 η Εκκλησιαστική Επιτροπή Αγίου Λαζάρου Λάρνακας υπογράφει συμβόλαιο με τον Gaetano Aliano για την κατασκευή σκάλας από ξύλο καρυδιάς, αξίας δέκα λιρών, για τον άμβωνα της εκκλησίας. Στις υποχρεώσεις του κατασκευαστή περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες :
“Η ρηθείσα σκάλα να γίνει όσον ένεστι δυνατή και στερέα την οποίαν να συνδέση ο ίδιος δια ράβδων σιδηρών ή πασσάλων σιδηρών, ή δι’ οιουδήποτε άλλου μέσου προς μεγίστην αυτής στερεότητα, μετά της προς το κατώτερον μέρος υπαρχούσης μαρμαρένης σκάλας εις τρόπον ώστε να κρατή συνέχειαν και να στρέφη με κούρβες”.
Τα σκαλιά “να είναι σεντουκωτά από άνωθεν έως κάτω, το δε σεντούκωμα από ξύλον επίσης καρυδιάς…”
Τέλος επαναλαμβάνεται ότι “Η ρηθείσα σκάλα οφείλει να είναι καλώς συνδεδεμένη, συνηρμοσμένη, στερεοτάτη και μετά πολυτελείας και γούστου ηργασμένη καθ’ όλα”.
Πρόκειται για τη σκάλα του άμβωνα που έως σήμερα υπάρχει στην εκκλησία.



