You are currently browsing the category archive for the 'Εορτασμοί' category.

Ανθεστήρια γίνονταν στη Λάρνακα από πολύ παλιά, παρ’ ότι παρέμεναν πάντοτε ως διοργανώσεις “χαμηλών προσδοκιών” (σε σύγκριση με τις γιορτές του Κατακλυσμού, στις οποίες η πόλη είχε την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στις άλλες παράλιες πόλεις της Κύπρου). Από γιορτές Ανθεστηρίων της δεκαετίας του 1930 είναι και οι δύο φωτογραφίες που ακολουθούν. 

anthestiriaΑνθοστόλιστη άμαξα με νέες της πόλης

anthestiria2Άρμα του σωματείου ΕΠΑ

easter1893

“Το Πάσχα στη Λάρνακα είναι γιορτή γεμάτη θόρυβο. Γίνονται δύο παραδοσιακές τελετές με κύριο χαρακτηριστικό το κάψιμο μιας βάρκας ―χωρίς άλλες ιδιαίτερες εκδηλώσεις, ως ένα είδος φωτιάς της χαράς, κατά το οποίο καίγεται ένα σάπιο σκαρί βάρκας― και το κάψιμο του Ιούδα. Θα αναφερθούμε μονάχα στο δεύτερο.

     Στην αυλή του ελληνικού μητροπολιτικού ναού της Λάρνακας το πλήθος είναι πυκνό· το ίδιο και στα παράθυρα, στις στέγες, στο δρόμο. Παντού κόσμος πολύς με κόκινα φέσια και χρωματιστά μαντήλια που σκεπάζουν τα καστανά κεφάλια τους. Περιμένουν τον ερχομό του Ιούδα.

     Και να, ακούεται ένας μακρόσυρτος ψίθυρος ανακούφισης. Πάνω σε μια στρογγυλή βάση, που την μεταφέρει ένας νεαρός Έλληνας, υψώνεται ένα ομοίωμα εβραίου με λευκή μάσκα, μακριά λευκά γένεια, βαμβακερό σκούφο στο κεφάλι και κάτι σαν μπλούζα επάνω από το μαύρο παντελόνι. Έχει μακριά χέρια και είναι αλλόκοτο να βλέπει κανείς αυτό το καρναβαλίστικο ομοίωμα να μεταφέρεται ταλαιπωρούμενο τριγύρω στο ναό.

     Τέλος το αφήνουν κάτω, στηριγμένο στον εαυτό του, ενώ ένας διαβολάνθρωπος, που για λίγο το ακολουθούσε κραδαίνοντας ένα μικρό πιστόλι, δίνει το σύνθημα της εκτέλεσης. Κάποιος άλλος προχωρεί και σχεδόν εξ επαφής αδειάζει το όπλο του επάνω στο ομοίωμα, το οποίο αμέσως καταστρέφεται: τρυπά η μάσκα και το σκουφί φεύγει από τη θέση του. Τότε αρχίζουν πυροβολισμοί, ταυτόχρονα με εκρήξεις πυροτεχνημάτων ολόγυρά του. Και ο Ιούδας γέρνει, με ένα μεγάλο τραύμα στο μάτι, τη γενειάδα ανάκατη και το στόμα ανοικτό σαν από μορφασμό πόνου. Το πλήθος είναι ευτυχισμένο, παραληρώντας με κάθε κτύπημα που καταστρέφει το ομοίωμα. Το κεφάλι έχει σχεδόν κοπεί, κτυπημένο από σφαίρα, το στήθος είναι διάτρητο, τα μέλη συσπασμένα κι αυτό το χοντροκομμένο κατασκεύασμα διαλύεται. Όμως αίμα δεν κυλά από τις πληγές. Το περιεχόμενο πιάνει φωτιά και οι φλόγες σκεπάζουν τα μαύρα ρούχα, ενώ από τα τεντωμένα δάχτυλά του ξεπηδούν σπίθες που φθάνουν έως το συγκεντρωμένο πλήθος σαν μια τελευταία κατάρα. Εκρήξεις ταράζουν όλα τα σημεία του σώματος, το οποίο περιστρέφεται και διαλύεται σκορπώντας γύρω κομμάτια από τα άσπρα και μαύρα ρούχα του. Τέλος η μάσκα, που μέχρις εκείνη την ώρα αντιστεκόταν λες και κι εξέφραζε το τελευταίο τεκμήριο ζωής του προδότη, παραδίδεται κι αυτή στη φωτιά, αποκαλύπτοντας ένα σκελετό από χοντροκομμένο ξύλο.

     Όλοι έχουν ικανοποιηθεί: η διαδικασία εκτέλεσης πήρε αρκετό χρόνο και είχε την αναμενόμενη κατάληξη. Το πλήθος διαλύεται σιγα σιγά καθώς αργοσβύνει και ο απόηχος κάποιων τελευταίων πυροβολισμών.

     Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ιούδας των Κυπρίων δεν έχει πάντοτε αυτό το παραδοσιακό ντύσιμο. Τον έχουμε δει  και με αγγλική ‘καρό’ φορεσιά, ή με γαλλική μαύρη φορεσιά που συνοδευόταν από γραβάτα και λευκά γάντια”.     

Η στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ Β΄ της Αγγλίας έγινε στις 2 Ιουνίου 1953 και η αγγλική Κυβέρνηση της Κύπρου γιόρτασε το γεγονός με σειρά εκδηλώσεων σε όλες τις πόλεις. Στη Λάρνακα οι εορτασμοί άρχισαν το Σάββατο 30 Μαΐου και γίνονταν καθημερινά έως και την Τρίτη 9 Ιουνίου. Περιλάμβαναν στρατιωτικές παρελάσεις, δεξιώσεις, μουσική, χορούς, εκθέσεις, διαγωνισμούς και αθλητικούς αγώνες. Στα αγωνίσματα περιλαμβάνονταν και …“ονοδρομίες” (γαϊδουροδρομίες)!   

coronation_1Το “Διοικητήριο” Λάρνακας κατά τις γιορτές της Στέψης

coronation2
3Πρόγραμμα και λεπτομέρειες αγώνων

lcacatacl1892c

kataklysmos1878“H πανήγυρις αύτη ετελέσθη εν Λάρνακι και εφέτος, ως συνήθως πολυπληθής. Πλείστοι ευσταλείς χωρικοί των επαρχιών, μετά των μελανοφθάλμων επαγωγών συμβίων αυτών, περιβεβλημένων αφελείς μεν, αλλά ποικιλοχρόους εσθήτας, ανηρτήσαντες το δρέπανον, κατήλθον ενταύθα ίνα πανηγυρίσωσι την εορτήν της θεάς Aφροδίτης, γενεαλογικώς αυτοίς παραδοθείσαν, εκ των αρχαιοτάτων χρόνων της εν τη νήσω ελληνικής κυριαρχίας.

     Oι καθαράν ελληνικήν έχοντες την καταγωγήν ούτοι αγρόται, εφοδιαζόμενοι αναλόγως των πόρων αυτών με χρηματικόν τι ποσόν, καταφθάνουσιν εν συνοδίαις εις την πόλιν, ένθα οδηγούσιν εκ της χειρός την νεαράν αυτών σύζυγον ή αδελφήν, εν μέσω του συνωθουμένου πλήθους, εξηγούντες ενιαχού τ\ απαντώμενα, ως πρακτικώτεροι, ή εφιστώντες την προσοχήν των αλληλοκρατουμένων πολλάκις δίκην χορού, δύο ή τριών του γυναικείου φύλου χωρικών, επί παντός δια αυτούς περιέργου. Tινές τούτων φαίνονται οινοβαρείς, έτεροι δε ποιούνται επίδειξιν παλληκαρισμού, δια της εν της πρόσθεν θέσεως του καλύμματος της κεφαλής, όπερ περιτυλίσσει το αναπόσπαστον μανδήλιον, συγκρατούν επί της παρειάς αυτών άνθος τι, ενίοτε δε και ολόκληρον ανθοδέσμην, παρά τοις τοιούτοις και η εκπόρπισις του εσωκαρδίου και η εκ της οσφύος κρέμασις της ζώνης εισί δείγματα παλληκαρισμού, και διαθέσεως προς έριδα.

lcacatacl1892     Ένιοι αυτοδίδακτοι και αυτοχειροτόνητοι όντες ποιηταί και αοιδοί, άδουσι περιφερόμενοι ανά την παραλίαν, και τιθέμενοι την δεξιάν παλάμην ηνεωγμένην όπισθεν του ωτός αυτών, ωσεί θέλοντες να μεταβιβάσωσιν αθρόον τον γλυκύν ήχον της φωνής των, εις το ακουστικόν αυτών τύμπανον· ούτοι εισίν οι περιπατητικοί αοιδοί, έχομεν όμως τοιούτους και σταθμεύοντας. Eν μέση οδώ πολλάκις, ένθα καθ’ άπασαν την παραλίαν γραμμήν τοποθετούνται κατά τας δύο ημέρας της πανηγύρεως κεραστικαί τράπεζαι (παγκοι ιταλιστί λεγόμενοι, τουρκιστί δε τεσγάχ) ίσταται αντιμέτωπος δυάς τοιούτων ποιητών, με πλήρες κύπελλον εν χερσίν και απαγγέλλουσιν αυτοσχεδίως και εναλλάξ, διάφορα ποιήματα δίστιχα συνήθως, αλληλοδιαδόχως σχετιζόμενα και προκαλούντα τον γέλωτα των κύκλω παρισταμένων, καθό μετέχοντα ειρωνείας και σκώμματος, αφορώντα τον έναντι εκάστου ιστάμενον διαγωνιστήν.

    lcacatacl1892b Kατά τον αυτόν καιρόν λέμβοι και πλοιάρια πλήρη επιβατών, προ πάντων χωρικών, διασχίζουσι τινά μεν πλησίστια άλλα δε δια κώπης, τον λιμένα· εν τοις πλοιαρίοις τούτοις δύο πάντοτε χορευταί ακούραστοι, χορεύουσι φρενητιωδώς και μεγάλοις άλμασιν, έχοντες καθ’ όλην την έντασιν υψωμένους τους βραχίονας, και ρυθμίζοντες τον χορόν αυτών, δια του οξέος ήχου του ζορνέ, και του υποκώφου δούπου του τυμπάνου. Tινές των κατά την περιφέρειαν των διαπλεόντων τούτων σκαφών καθημένων, και μάλιστα γραΐδια, κύπτοντα προς την θάλασσαν, λαμβάνουσιν δια της παλάμης ύδωρ, δι’ ου νίπτονται δίκην αγιασμού, θεωρούντες αυτό ως εξιλαστήριον των παραπτωμάτων αυτών, διότι κατ’ αυτούς επειδή εορτάζει η θάλασσα, άπαν το ύδωρ αυτής την ημέραν εκείνην εξαγιάζεται.

     Πλείστα ξενοδοχεία εισί πλήρη κατά την εορτήν ταύτην δαιτυμόνων, οίτινες τρώγουσιν, άδουσι και θύουσι τω Bάκχω.

     Eις διάφορα μέρη της παραλίας, καπνός μετ’ οσμής καιομένου ελαίου, προσβάλλει την ρίνα και τους οφθαλμούς των πανηγυριζόντων, αναδιδόμενος εκ των τηγανίτων ους κατασκευάζουν εξ αζύμου φυράματος, πολλοί αγορασταί τούτων ίστανται κρατούντες εν χερσί πινάκιον, όπερ καθαρίζουν λίαν επιμελώς εκ του μέλιτος, δια των τηγανίτων ους απλήστως καταβροχθίζουσι.

     Φωναί διάφοροι των πωλούντων τρωκτά και οπώρας, επαινούντων αυτάς, ήχος βιολίωνν εις άπαντα σχεδόν τα καφφενεία, παιζόντων συγχρόνως και εκ του συστάδην, αλλοία τεμάχια προσβάλλουσι την ακοήν, η δ’ απαραίτητος εις τας πανηγύρεις μας πνιγηρά κόνις, εισερχομένη εις τας ρώθωνας, και επικαθημένη επί των φορεμάτων των πανηγυριζόντων, επαυξάνει την διασκέδασιν και τέρψιν αυτών.

     Tα παράθυρα όλων των παραλίων οικιών, βρίθουν κεφαλών γυναικείων προ πάντων, φερουσών τα του συρμού υψικόρυφα καπελλίνα. Tα πρόσωπα ταύτα, εις επί το πολύ ευειδή, παρίστανται εις επιφανές ούτω μέρος, οιονεί θέλοντα να υπενθυμίσωσιν εις τον θεατήν την Θεάν εις ήν αφιέρωται η εορτή αυτής και της οποίας ο υιός γίνεται αφορμή να φαιδρύνωνται δια μειδιάματος επιχαρίτου, διότι κάτωθι κάθηνται ή ίστανται ατενίζοντα, προσφιλή και συμπαθή πρόσωπα.

     Eνί λόγω η πανήγυρις αύτη, οχληρά τοις πλείστοις, ευχάριστος δε εις όσους τέρπονται ή ευχαριστούνται εις όσα ήδη ανεφέραμεν, είναι σύγχισις, θόρυβος, ενόχλησις, κυκεών, δικαίως φέρουσα το απόλυτον όνομα “Kατακλυσμός” διότι εν αυτή και δι’ αυτής, κατακλύζονται μύρια συγχρόνως αισθήματα, του κέρδους, του Bάκχου, της γαστριμαργίας, της περιεργείας, και εν τέλει του υιού, της εορταζομένης θεότητος”.

[Εφημερίδα Ένωσις, 7/19 Iουνίου 1886]

kouppaschrys1898

Έως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα οι “διανομείς” ορισμένων κυπριακών εφημερίδων με την ευκαιρία γιορτών διένειμαν στους συνδρομητές και πελάτες τους ευχετήρια φυλλάδια με την προσδοκία κάποιου φιλοδωρήματος. Γνωστή είναι η συνεργασία του Βασίλη Μιχαηλίδη με τρεις εφημερίδες της Λεμεσού (Αλήθεια, Κήρυξ, Σάλπιγξ). Εδώ όμως πρόκειται για τη σκαλιώτικη εφημερίδα Ένωσις, του Χριστόδουλου Κουππά, και κάτω από τον μη επονομαζόμενο “Διανομέα” κρύβεται ο ίδιος ο διευθυντής και εκδότης της εφημερίδας. Εξάλλου το τελευταίο δίστιχο του φυλλαδίου είχε χρησιμοποιηθεί και στην πρόποση της προηγούμενης βραδιάς (βλ. σχετική ανάρτηση αμέσως προηγουμένως).

christchrys

christtheod

christlaz

Η Γέννηση του Χριστού (εικόνα στην εκκλησία Παναγίας Χρυσοπολίτισσας στη Λάρνακα).

Αγ. Ιωάννου Δαμασκηνού (μεταξύ 650-753), “Κανών εις την Χριστού γέννησιν”. (Χειρογράφηση του αείμνηστου φίλου, εξαίρετου ποιητή και εκπαιδευτικού, Θεοδόση Νικολάου, ο οποίος έζησε και δημιούργησε στη Λάρνακα κατά τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του).

Η Γέννηση του Χριστού (απεικόνιση στο ξυλόγλυπτο τέμπλο της εκκλησίας Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα. Σχέδιο με πενάκι, του αγγλικανού ιερέα Idwal Brian Bessant, αρχές δεκαετίας 1980). 

Δύο ερασιτεχνικές φωτογραφίες της Λάρνακας από τις γιορτές της Κυριακής του Κατακλυσμού, Ιούνιος 1931 (Φωτογραφίες Στέφανου Χ. Σταυρίδη)

kataclysmos1931Βαρκάδα με “ζορνέδες και νταούλια”

cf80ceb1cf81ceb1cebbceafceb11931

Η Λάρνακα τη νύκτα (πανοραμική φωτογραφία)

img068

“H πανήγυρις αύτη ετελέσθη εν Λάρνακι και εφέτος, ως συνήθως πολυπληθής. Πλείστοι ευσταλείς χωρικοί των επαρχιών, μετά των μελανοφθάλμων επαγωγών συμβίων αυτών, περιβεβλημένων αφελείς μεν, αλλά ποικιλοχρόους εσθήτας, ανηρτήσαντες το δρέπανον, κατήλθον ενταύθα ίνα πανηγυρίσωσι την εορτήν της θεάς Aφροδίτης, γενεαλογικώς αυτοίς παραδοθείσαν, εκ των αρχαιοτάτων χρόνων της εν τη νήσω ελληνικής κυριαρχίας.

     Oι καθαράν ελληνικήν έχοντες την καταγωγήν ούτοι αγρόται, εφοδιαζόμενοι αναλόγως των πόρων αυτών με χρηματικόν τι ποσόν, καταφθάνουσιν εν συνοδίαις εις την πόλιν, ένθα οδηγούσιν εκ της χειρός την νεαράν αυτών σύζυγον ή αδελφήν, εν μέσω του συνωθουμένου πλήθους, εξηγούντες ενιαχού τ’ απαντώμενα, ως πρακτικώτεροι, ή εφιστώντες την προσοχήν των αλληλοκρατουμένων πολλάκις δίκην χορού, δύο ή τριών του γυναικείου φύλου χωρικών, επί παντός δια αυτούς περιέργου. Tινές τούτων φαίνονται οινοβαρείς, έτεροι δε ποιούνται επίδειξιν παλληκαρισμού, δια της εν της πρόσθεν θέσεως του καλύμματος της κεφαλής, όπερ περιτυλίσσει το αναπόσπαστον μανδήλιον, συγκρατούν επί της παρειάς αυτών άνθος τι, ενίοτε δε και ολόκληρον ανθοδέσμην, παρά τοις τοιούτοις και η εκπόρπισις του εσωκαρδίου και η εκ της οσφύος κρέμασις της ζώνης εισί δείγματα παλληκαρισμού, και διαθέσεως προς έριδα.

     Ένιοι αυτοδίδακτοι και αυτοχειροτόνητοι όντες ποιηταί και αοιδοί, άδουσι περιφερόμενοι ανά την παραλίαν, και τιθέμενοι την δεξιάν παλάμην ηνεωγμένην όπισθεν του ωτός αυτών, ωσεί θέλοντες να μεταβιβάσωσιν αθρόον τον γλυκύν ήχον της φωνής των, εις το ακουστικόν αυτών τύμπανον· ούτοι εισίν οι περιπατητικοί αοιδοί, έχομεν όμως τοιούτους και σταθμεύοντας. Eν μέση οδώ πολλάκις, ένθα καθ’ άπασαν την παραλίαν γραμμήν τοποθετούνται κατά τας δύο ημέρας της πανηγύρεως κεραστικαί τράπεζαι (παγκοι ιταλιστί λεγόμενοι, τουρκιστί δε τεσγάχ) ίσταται αντιμέτωπος δυάς τοιούτων ποιητών, με πλήρες κύπελλον εν χερσίν και απαγγέλλουσιν αυτοσχεδίως και εναλλάξ, διάφορα ποιήματα δίστιχα συνήθως, αλληλοδιαδόχως σχετιζόμενα και προκαλούντα τον γέλωτα των κύκλω παρισταμένων, καθό μετέχοντα ειρωνείας και σκώμματος, αφορώντα τον έναντι εκάστου ιστάμενον διαγωνιστήν.

     Kατά τον αυτόν καιρόν λέμβοι και πλοιάρια πλήρη επιβατών, προ πάντων χωρικών, διασχίζουσι τινά μεν πλησίστια άλλα δε δια κώπης, τον λιμένα· εν τοις πλοιαρίοις τούτοις δύο πάντοτε χορευταί ακούραστοι, χορεύουσι φρενητιωδώς και μεγάλοις άλμασιν, έχοντες καθ’ όλην την έντασιν υψωμένους τους βραχίονας, και ρυθμίζοντες τον χορόν αυτών, δια του οξέος ήχου του ζορνέ, και του υποκώφου δούπου του τυμπάνου. Tινές των κατά την περιφέρειαν των διαπλεόντων τούτων σκαφών καθημένων, και μάλιστα γραΐδια, κύπτοντα προς την θάλασσαν, λαμβάνουσιν δια της παλάμης ύδωρ, δι’ ου νίπτονται δίκην αγιασμού, θεωρούντες αυτό ως εξιλαστήριον των παραπτωμάτων αυτών, διότι κατ’ αυτούς επειδή εορτάζει η θάλασσα, άπαν το ύδωρ αυτής την ημέραν εκείνην εξαγιάζεται.

     Πλείστα ξενοδοχεία εισί πλήρη κατά την εορτήν ταύτην δαιτυμόνων, οίτινες τρώγουσιν, άδουσι και θύουσι τω Bάκχω.

     Eις διάφορα μέρη της παραλίας, καπνός μετ’ οσμής καιομένου ελαίου, προσβάλλει την ρίνα και τους οφθαλμούς των πανηγυριζόντων, αναδιδόμενος εκ των τηγανίτων ους κατασκευάζουν εξ αζύμου φυράματος, πολλοί αγορασταί τούτων ίστανται κρατούντες εν χερσί πινάκιον, όπερ καθαρίζουν λίαν επιμελώς εκ του μέλιτος, δια των τηγανίτων ους απλήστως καταβροχθίζουσι.

     Φωναί διάφοροι των πωλούντων τρωκτά και οπώρας, επαινούντων αυτάς, ήχος βιολίωνν εις άπαντα σχεδόν τα καφφενεία, παιζόντων συγχρόνως και εκ του συστάδην, αλλοία τεμάχια προσβάλλουσι την ακοήν, η δ’ απαραίτητος εις τας πανηγύρεις μας πνιγηρά κόνις, εισερχομένη εις τας ρώθωνας, και επικαθημένη επί των φορεμάτων των πανηγυριζόντων, επαυξάνει την διασκέδασιν και τέρψιν αυτών.

     Tα παράθυρα όλων των παραλίων οικιών, βρίθουν κεφαλών γυναικείων προ πάντων, φερουσών τα του συρμού υψικόρυφα καπελλίνα. Tα πρόσωπα ταύτα, εις επί το πολύ ευειδή, παρίστανται εις επιφανές ούτω μέρος, οιονεί θέλοντα να υπενθυμίσωσιν εις τον θεατήν την Θεάν εις ήν αφιέρωται η εορτή αυτής και της οποίας ο υιός γίνεται αφορμή να φαιδρύνωνται δια μειδιάματος επιχαρίτου, διότι κάτωθι κάθηνται ή ίστανται ατενίζοντα, προσφιλή και συμπαθή πρόσωπα.

     Eνί λόγω η πανήγυρις αύτη, οχληρά τοις πλείστοις, ευχάριστος δε εις όσους τέρπονται ή ευχαριστούνται εις όσα ήδη ανεφέραμεν, είναι σύγχισις, θόρυβος, ενόχλησις, κυκεών, δικαίως φέρουσα το απόλυτον όνομα “Kατακλυσμός” διότι εν αυτή και δι’ αυτής, κατακλύζονται μύρια συγχρόνως αισθήματα, του κέρδους, του Bάκχου, της γαστριμαργίας, της περιεργείας, και εν τέλει του υιού, της εορταζομένης θεότητος.”

                                                  (Εφημ. Ένωσις, 7/19 Iουνίου 1886)

 

Δεκεμβρίου 2009
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Νοε    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031