You are currently browsing the category archive for the 'Ιστορία' category.
[Για προηγούμενο βομβαρδισμό της πόλης βλ. και ανάρτηση αρ. 49].
“Ο δεύτερος συναγερμός της ημέρας, από εχθρική επίθεση στη Λάρνακα, δόθηκε στις 10.15 π.μ. και το τέλος του σήμανε στις 11.57 π.μ.
Αρκετοί πολίτες φάνηκαν τυχεροί. Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση ήταν ενός γεωργού ο οποίος, παρ’ ότι μία βόμβα εξερράγη στον κήπο του, ο ίδιος δεν τραυματίστηκε. Ο γεωργός κ. Αχιλλέας Σάββα βρισκόταν σπίτι του, κοντά στην οδό Αγίου Γεωργίου, όταν μία βόμβα έπεσε έξω στον κήπο του. Η έκρηξη θρυμμάτισε σχεδόν όλα τα παράθυρα του σπιτιού αλλά ο κ. Σάββα δεν έπαθε τίποτε. Η βόμβα σκότωσε μία αγελάδα, δύο μοσχάρια, έξι κοτόπουλα και κατέστρεψε μερικά δέντρα.
Άλλη βόμβα έπεσε στον κήπο του σπιτιού της κ. Κισατζικιάν επί της οδού Αγίου Γεωργίου, καταστρέφοντας σχεδόν ολοκληρωτικά το σπίτι. Η κ. Κισατζικιάν υπέστη κάταγμα και στα δύο πόδια και έχασε τις αισθήσεις της. Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο όπου λίγο αργότερα πέθανε.
Αρκετά σπίτια στη φτωχότερη συνοικία της πόλης έπαθαν μεγάλες ζημιές και πολύ λίγα κτήρια στην παλαιά πόλη γλύτωσαν από θρυμμάτισμα παραθύρων. Τα παράθυρα της οικίας του Διοικητή, κ. Weston, επίσης υπέστησαν ζημιές.
Ήταν φανερό ότι ο εχθρός επιτέθηκε χωρίς συγκεκριμένο στόχο και μόνο σκοπό είχε να ξεφορτωθεί αδιακρίτως τις βόμβες, ρίχνοντάς τες πάνω σε κατοικημένες περιοχές. Αρκετές βόμβες έπεσαν χωρίς να εκραγούν.”
[Μετάφραση από την εφημερίδα Cyprus Post, 15 Αυγούστου 1941].
[Σημειώσεις: Ο βομβαρδισμός έγινε από ιταλικό αεροπλάνο. Η οδός Αγίου Γεωργίου είναι η σημερινή Λεωφόρος Γρίβα Διγενή. Το σπίτι που καταστράφηκε βρισκόταν σε σημείο πλάι στο σημερινό Γυμνάσιο Δροσιάς. Ο κήπος που βομβαρδίστηκε είναι η γνωστή στους παλαιότερους “Περβόλα του Αχιλλέα”, στην περιοχή των οδών Κρήτης και Αιγύπτου].
Στη φωτογραφία: Ιταλικο βομβαρδισιτκό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε παλαιότερη ανάρτηση (αρ. 47: “Επιστολή για το Αλβανικό Μέτωπο”), είχε παρουσιαστεί μαρτυρία του λαρνακέα εθελοντή στρατιώτη Κώστα Αντωνιάδη για τις κακουχίες που οι έλληνες στρατιώτες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στα βουνά της Αλβανίας. Εδώ προστίθεται και σχετικό φωτογραφικό υλικό από την ίδια περίοδο. Πρόκειται για μαρτυρίες από στιγμές ανάπαυσης ή διασκέδασης, μια και ο ερασιτεχνικός φακός δεν ήταν δυνατόν να καταγράψει, με την ίδια άνεση, και τις πολεμικές δραστηριότητες. Βέβαια, παρά την επιφανειακή εικόνα “ξεγνοιασιάς” η πολεμική αναμέτρηση ήταν στην πραγματικότητα πολύ σκληρή. [Ευχαριστώ την οικογένεια του συμπολίτη μας στρατιώτη για την παραχώρηση].
Έτοιμοι για μεταγωγή στο μέτωπο. Ο Κώστας Αντωνιάδης δεξιά.

Η επεξήγηση στην πίσω πλευρά γράφει: “Ενθύμιον στρατιωτικής μας ζωής. 1ον Σύνταγμα Πεζικού, 13ος Λόχος, Αθήναι 14.3.1939. [Από αριστερά:] Αντωνιάδης, Κουντούρης, Βασιλειάδης”.
Στιγμές ανάπαυσης. Ο Κ. Αντωνιάδης ξαπλωμένος στο κέντρο της φωτογραφίας
Πάσχα του 1939 στο μέτωπο
Στις αρχές Νοεμβρίου 1946, ενόψει αναχώρησης στο Λονδίνο της Κυπριακής Εθνικής Πρεσβείας ―υπό τον τοποτηρητή του κυπριακού αρχιεπισκοπικού θρόνου, Μητροπ. Λεόντιο, και τους Ιωάννη Κληρίδη, Ζήνωνα Ρωσσίδη και Δημητρό Δημητρίου, μέλη― για προβολή των κυπριακών εθνικών διεκδικήσεων, ο δήμαρχος Λάρνακας Λύσος Ν. Σανταμάς αποστέλλει τηλεγράφημα συμπαράστασης και ευχών για ευόδωση των σκοπών της αποστολής.

Το κείμενο: “Δήμαρχος και λοιποί Έλληνες Δημοτικοί Σύμβουλοι Λάρνακαος εύχονται πλήρη επιτυχίαν εις τον σκοπόν του σημερινού ταξιδίου σας. Προχωρήστε με θάρρος εις την διεκδίκησιν της δικαίας απαιτήσεώς μας, όχι μόνον εις το Αγγλικόν υπουργείον Αποικιών αλλά και εις τον Βρεττανικόν λαόν και εις πάντα φιλελεύθερον άνθωπον, έχοντες την πεποίθησιν ότι δεν ζητείτε παρά δικαιοσύνην δια την οποίαν όλοι αυτοί επολέμησαν, Σύμπασ ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ηνωμένος εις την ιεράν των αυτήν υπόθεσην ισταται παρά το πλευρόν σας και αι ευχαί των σας συνοδεύουν. Σανταμάς”.

Ο Σάββας Τσερκεζής (1875-1963), ένας συναρπαστικός λαϊκός “απομνημονευματογράφος” από τον Μαζωτό της επαρχίας Λάρνακας, με μοναδικό τρόπο αφηγείται την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του (βασανιστική εργασία σε κέντρα της ελληνικής διασποράς ―Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Ιόππη―, συμμετοχή στους ελληνικούς πολέμους του 1897 και 1912-1913 όπου και τραυματίστηκε, και μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η αφήγησή του καλύπτει την περίοδο 1880-1924 και αποτελεί δραματική μαρτυρία σημαντικών στιγμών της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο: Σάββας Τσερκεζής, “Ημερολόγιον του βίου μου, αρχόμενον από του 1886”, β΄έκδοση. Επιμ. Φ. Σταυρίδης. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, 2007). Φωτογραφίες: Ο Σ. Τσερκεζής στη Σμύρνη (γυρω στα 1905) και “Περίθαλψη τραυματιών του πολέμου 1912-1913 (σχέδιο εποχής).
Όταν αφίχθην εις Λάρνακα, εξήλθον με τα στρατιωτικά. Τας αποσκευάς μου μετέφερεν είς αχθοφόρος εις το ξενοδοχείον, εγώ δε στηριζόμενος εις τας βακτηρίας μου εβάδιζον βραδέως με τον πάσχοντα πόδα αιωρούμενον και διηυθυνόμην προς την πλατείαν Aγίου Λαζάρου, μέρος εις ό εσύχναζον οι εγχώριοί μου κατερχόμενοι εις την πόλιν. Όθεν διηρχόμην, όλοι σχεδόν ηγείροντο και με παρετήρουν. Εις την πλατείαν Aγίου Λαζάρου συνήντησα εγχωρίους μου, οίτινες έφερον αυθημερόν την είδησιν εις την αδελφήν μου και εις τους λοιπούς συγγενείς. Την επομένην, περί την 10ην πρωινήν, δι’ αμάξης αφίχθην και εγώ εις το χωρίον μου. Έξωθεν του χωρίου όλοι οι κάτοικοι συν γυναιξί και τέκνοις εξήλθον εις προϋπάντησίν μου.
Oυδέποτε θα λησμονήσω την υποδοχήν εκείνην, η χαρά των αγαθών χωρικών ήτο εζωγραφισμένη εις όλων τα πρόσωπα. Ήτο όντως βασιλική υποδοχή, ήτο εν μικρογραφία ομοία εκείνης όπου έγινεν εις Aθήνας εις τον Bασιλέα Kωνσταντίνον.
Ο κώδων της εκκλησίας του χωρίου ήχει καλών τους πάντας προς συγκέντρωσιν. Ο διδάσκαλος Κωνστ. Συμεών, μετά των μαθητών του σχολείου, φέρων στέφανον με διάφορα άνθη διά της αριστεράς χειρός, διά δε της δεξιάς έκαμε χειρονομίαν εις τον αμαξάν να σταματήσει. Είς ευσταλής νέος κρατών την ελληνικήν σημαίαν επλησίασεν την θύραν της αμάξης όπως με βοηθήσει να κατέλθω, μία ομοβροντία εχαιρέτισε την εξ αμάξης έξοδόν μου, μία δωδεκαέτις κόρη μού προσέφερεν μικράν ανθοδέσμην (ήν ησπάσθην εις το μέτωπον). Ο διδάσκαλος μού εξεφώνησεν ενθουσιαστικόν λόγον και μου προσέφερε τον στέφανον.
Ήρχισαν τότε οι ασπασμοί. Πρώτη με εφίλησεν η αδελφή μου. Η συγκίνησίς μου ήτο τοιαύτη, ώστε δεν ηδυνάμην να ομιλήσω. Κατόπιν, προηγουμένου του διδασκάλου, οδηγήθημεν όλοι εις την εκκλησίαν όπου εψάλη δοξολογία. Έξωθεν της εκκλησίας οι συγκεντρωθέντες έψαλον τον Eθνικόν ύμνον, εκεί εζήτησα όπως μοι δείξωσιν τον τάφον του προ έξι μηνών αποβιώσαντος πατρός. Εκεί προσηυχήθην ολίγα λεπτά και κατόπιν διηυθύνθην εις τον οίκον της αδελφής μου ένθα έγινεν η δεξίωσις.
Tέσσαρας ολοκλήρους μήνας διέμεινα εις Kύπρον. Όταν επέστρεψα εις Aθήνας παρησιάσθην εις την ανωτάτην υγειονομικήν επιτροπήν, μου εδόθη τετράμηνος σύνταξις εκ τριάκοντα δραχμών μηνιαίως, παρήτησα την μίαν βακτηρίαν και βοηθούμενος υπό της ράβδου μου εβάδιζον χωλαίνων ολίγον.
Κυκλοφόρησε από τον Δήμο Λάρνακας το βιβλίο του Γιώργου Γεωργή, Η Λάρνακα των Μαυροΐδηδων και του Εμπορίου, 1878-1937. Σπουδές και προσεγγίσεις στη μικροϊστορία μιας πόλης. Στη μονογραφία του ο συγγραφέας, καθηγητής νεότερης Ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και έως πρόσφατα Πρέσβης της Κύπρου στην Ελλάδα, παρουσιάζει την ιστορία της οικογένειας Μαυροΐδη και τη συμβολή της στην εμπορική και κοινωνική ζωή της Κύπρου, ειδικότερα δε της Λάρνακας όπου είχε την έδρα της.
Ο επτανήσιος γενάρχης της οικογένειας, Ιωάννης Λοΐζου Μαυροΐδης, εγκαθίσταται στη Λάρνακα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και για περίπου ένα αιώνα η οικογένειά του πρωτοστατεί σε ποικίλες επιχειρηματικές δραστηριότητες (εμπορικές, ναυτιλιακές, ασφαλιστικές, κ.ά.) πλήρως ενταγμένη στην κυπριακή κοινωνία μέσω επιγαμιών με άλλες γνωστές οικογένειες του τόπου. Ο τελευταίος επιφανής γόνος της, ο ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης (1912-2003), έζησε και δημιούργησε στην Αθήνα.
Ο Γιώργος Γεωργής, έχοντας αναδιφήσει εξαντλητικά τον κυπριακό τύπο της εποχής, παράλληλα με γόνιμη έρευνα στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, έχει όλα τα εφόδια να παρουσιάσει πλήρη εικόνα της ιστορίας μιας σημαντικής οικογένειας της Λάρνακας στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικο-οικονομικής ζωής του τόπου. Το κείμενό του διαθέτει αρετές αφήγησης ώστε η παράθεση στοιχείων και γεγονότων να προσφέρεται για ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Παραμένει όμως και ως μία σημαντική συμβολή στην προσωπογραφία και οικονομική ιστορία του τόπου από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τον μεσοπόλεμο (20ός αιώνας).
Ο εβραϊκής καταγωγής αγγλικανός ιεραπόστολος Joseph Wolff (1795-1862) ―είχε γεννηθεί στη Γερμανία και ο πατέρας του ήταν ραββίνος― ταξιδεύοντας για την Παλαιστίνη, στις 4 Σεπτεμβρίου 1822 σταμάτησε στη Λάρνακα όπου φιλοξενήθηκε από τον Πρόξενο της Αγγλίας στην Κύπρο, Αντώνιο Π. Βοντιτσιάνο. Από το νησί αναχώρησε γύρω στα τέλη του ιδίου μήνα.
Σε βιβλίο του, που δημοσιεύτηκε λίγο αργότερα (Missionary Journal and Memoir, of the Rev. Joseph Wolf, Missionary to the Jews, Νew York 1824), ο ξένος ιεραπόστολος αναφέρεται σε δραστηριότητές του στην Κύπρο, ανάμεσα στις οποίες ήταν και τη διάσωση δύο ελλήνων ιερέων που είχαν καταδικαστεί, με δύο υπηρέτες τους, σε θάνατο ύστερα από χίλιους ραβδισμούς. Γράφει επίσης:
“Δύο έλληνες πρόκριτοι είχαν καταδικαστεί σε θάνατο πριν από την άφιξή μου. Ο ένας αποκεφαλίστηκε και η περιουσία του δημεύτηκε· ο άλλος γλύτωσε τη ζωή του φωνάζοντας ‘Ένας είναι ο Θεός και ο Μωάμεθ ο Προφήτης του’ ―έγινε αποστάτης. Τα δύο παιδιά τους, το ένα έντεκα χρονών και το άλλο δεκατεσσάρων κινδύνευαν να κρατηθούν από τους τούρκους και να μορφωθούν ως μουσουλμάνοι. Τα πήρα μαζί μου, με γραπτή συγκατάθεση των μητέρων τους, του Προξένου της Αγγλίας, και τη σύμφωνη γνώμη όλων των άλλων Προξένων και των ευρωπαίων κατοίκων του νησιού. Είναι μαζί μου τώρα στην Αλεξάνδρεια και μου δίνουν μεγάλη χαρά. Είναι παιδιά προικισμένα και σκοπεύω να τα στείλω στην Αγγλία, όπου θα σπουδάσουν και ύστερα να επιστρέψουν στο λαό τους ως χριστιανοί ιεραπόστολοι”.
Ο πρόκριτος που είχε εκτελεστεί ήταν ο Πιεράκης Κωρέλλας και τα παιδιά που αναλάμβανε ο Wolff ήταν δικά του (κι όχι διαφορετικών πατέρων, όπως λανθασμένα γράφει ο συγγραφέας): επρόκειτο για τον εντεκάχρονο Δημήτριο και τον επτάχρονο Παύλο. Η χήρα μητέρα τους, Μαριού Καρύδη, ήταν αδελφή της Θέκλας Καρύδη, συζύγου του Προξένου Αντωνίου Π. Βοντιτσιάνου, δηλαδή συγγενικά του πρόξενου ―κάτι που επίσης δεν αναφέρεται στο απομνημόνευμα.
Τα δύο παιδιά στάλθηκαν, πράγματι, στην Αγγλία και έκαναν λαμπρές σπουδές, όμως ακολούθησαν το δικό τους δρόμο κι όχι εκείνο που σχεδίαζε ο ευεργέτης τους: ο Δημήτριος Πιερίδης (1811-1895) αφού σπούδασε φιλολογία επέστρεψε στην Κύπρο και ασχολήθηκε με το εμπόριο και την πολιτική, ενώ παράλληλα υπήρξε και σημαντικός λόγιος της εποχής του· ο Παύλος Πιερίδης (1815-1865) σπούδασε χειρουργική στη Σκωτία και όταν γύρισε στην Κύπρο εργάστηκε ως γιατρός.
Ο Ιωάννης Δ. Φραγκούδης, γόνος της μεγάλης και γνωστής οικογένειας της Λεμεσού, σε ηλικία 21 χρόνων πήρε μέρος, ως εθελοντής, στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Με το πλοίο “Ηρακλής” του σπετσιώτη Αργύρη Αναγνώστου Χατζηανάργυρου πήρε μέρος σε πολλές επιθέσεις εναντίον του τουρκικού ναυτικού και κατέγραψε τις εμπειρίες του σε ημερολόγιο το οποίο πολύ αργότερα δημοσιεύθηκε στην Ελλάδα.
Σε μεγάλη ηλικία και έως το θάνατό του (1880) ο Ι.Δ. Φραγκούδης και η κερκυραία σύζυγός του Αγγελική έζησαν στη Λάρνακα, κοντά στις κόρες τους Ευφροσύνη (σύζυγο του γιατρού Παύλου Πιερίδη) και Αρτεμισία ―γνωστές στη μικρή τότε Σκάλα ως “Φραγκούδαινες”. Ο γιος τους Επαμεινώνδας, σημαντικός πεζογράφος και πανεπιστημιακός δάσκαλος, σταδιοδρόμησε στη Ρουμανία. Μετά τον θάνατο των γονιών του φρόντισε να στηθούν επιτύμβιες πλάκες στους τάφους τους, που βρίσκονται στο κοιμητήριο Λάρνακας, σε μικρή απόσταση αριστερά της κεντρικής εισόδου.
[Στις 21 Μαΐου 1788 αγκυροβολούσαν στο λιμάνι της Λάρνακας δύο ισπανικά πλοία, η φρεγάτα Santa Cecilia, με κυβερνήτη τον αξιωματικό της Ρεάλ Αρμάδα, Δον Φελίπε Λόπεζ ντε Καρριθόσα, και το μπρίκι Ardilla. Τα δύο πλοία είχαν αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαΐου με εντολή να συναντήσουν τον πρίγκιπα Μουλέι Αμπντελμελέκ, εξάδελφο του βασιλιά του Μαρόκου, που επέστρεφε από προσκύνημα στη Μέκκα. Η εντολή δόθηκε ύστερα από σχετική παράκληση του μαροκινού βασιλιά προς τον βασιλιά της Ισπανίας. Η σύντομη περιγραφή της διήμερης επίσκεψης των δύο πλοίων βρίσκεται στο βιβλίο Viage a Constantinopla en el ano 1784 που κυκλοφόρησε ανωνύμως στη Μαδρίτη, το 1790. Το κείμενο (που ανήκει στον συγγραφέα Jose Moreno), εκτός από τις πληροφορίες που δίνει για τον τόπο, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τον τρόπο με τον οποίο οι τουρκικές κατοχικές αρχές και οι κάτοικοι της Λάρνακας αντιμετώπισαν την απρόσμενη επίσκεψη, καθώς και για το έμμεσο στρατιωτικό ενδιαφέρον των επισκεπτών. ‘Οπως γίνεται φανερό και από την περιγραφή του ταξιδιού στην Κωνσταντινούπολη, που αποτελεί την κύρια αναφορά του βιβλίου, πρωταρχικός στόχος τέτοιων ταξιδιών ήταν η στρατιωτική κατασκοπεία].
Αρχικά κατευθύνθηκαν προς την Κύπρο με σκοπό να πάρουν πληροφορίες για τα παράλια της Συρίας, και στις 21 Μαΐου αγκυροβόλησαν στη Λάρνακα, η οποία είναι ασφαλής ορμίσκος ανάμεσα σε δύο προεξοχές και αποτελεί το καλύτερο αγκυροβόλιο στο νησί, όπου καταφεύγουν ξένα πλοία. Εκεί κοντά υπάρχει και μία πηγή με γλυκό νερό: σε μικρή απόσταση από την παραλία, από το ψηλό βουνό του Trinito, κατεβαίνει ένα ποτάμι (που λένε πως δεν υπάρχει άλλο) και φτάνει έως το κάστρο. Το κάστρο αυτό, με μόνη άμυνα τέσσερα από τα έξι κανόνια του, είχε παλαιότερα καταστραφεί, αργότερα όμως ξανακτίστηκε. Ο αριθμός των κατοίκων της περιοχής όπου διαμένουν οι ευρωπαίοι Πρόξενοι είναι ασήμαντος. Τίποτα δεν υπάρχει που να μαρτυρεί ότι η πρωτεύουσα Λευκωσία είναι μόλις οκτώ λεύγες μακριά, πόσο εύφορο είναι το νησί, και ότι ο πληθυσμός του ―συμφωνα με την τελευταία απογραφή― φθάνει τις 160.000 ψυχές. Η ισπανική σημαία, που ήταν άγνωστη στο νησί της Κύπρου, στην αρχή τρόμαξε τους κατοίκους. Πίστεψαν πως επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα των εχθρών τους. Όμως οι ήρεμες κινήσεις και οι ελιγμοί των καραβιών, καθώς και οι πληροφορίες που τους έδωσαν οι πλοίαρχοι εμπορικών πλοίων που βρίσκονταν αγκυροβολημένα εκεί, τους καθησύχασαν. Μερικοί Τούρκοι που επιβιβάστηκαν στα πλοία ως επίσημοι φιλοξενούμενοι, μόλις αυτά αγκυροβόλησαν, επέστρεψαν χωρίς καθυστέρηση και ενημέρωσαν τον μπεϊλέρμπεη, κυβερνήτη του νησιού, ο οποίος βρισκόταν στη Λάρνακα για κάποια υπόθεση. Η είδηση έγινε γνωστή και οι νησιώτες, πλημμυρισμένοι από εκείνη τη χαρά που συνήθως ακολουθεί την ανησυχία, ανάμεσα σε άλλες εκδηλώσεις και με δική τους πρωτοβουλία, έριξαν επτά συνεχείς χαιρετιστήριες βολές (όπως ακριβώς συνηθίζεται στα περισσότερα κράτη). Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν οι εκδηλώσεις φιλίας και αβρότητας μεταξύ Κυπρίων και Ισπανών: οι πρώτοι προσκάλεσαν τους δεύτερους για ελεύθερη περιήγηση του νησιού χωρίς να χρειάζεται παρουσίαση “φιρμανίων” της Πύλης και προσφέρθηκαν να δώσουν κάθε βοήθεια, αν χρειαζόταν, στα πλοία και τα πληρώματά τους. Οι δεύτεροι έδειξαν την ικανοποίησή τους ανταποδίδοντας με δώρα. Οι πρόξενοι της Γαλλίας, της Νάπολης και της Ραγούζας, και ο υποπρόξενος της Αυτού Μεγαλειότητας στη Λάρνακα, δον Αντόνιο Καλιμέρι, με την ευγένειά τους συνέβαλαν κι αυτοί στη γενική ικανοποίηση. Καθώς πλησίαζε ο καιρός για να φύγουν από την Κύπρο, και αφού [ο Δον Φελίπε] συγκέντρωσε αρκετές πληροφορίες και πέρασε τις υπόλοιπες ώρες σχεδιάζοντας τον χάρτη του κόλπου της Λάρνακας, αναχώρησαν ύστερα από δύο μέρες (23 Μαΐου). Πλέοντας, κατά μήκος των ακτών της Συρίας, έφθασαν μέσα σε δύο μέρες (25 Μαΐου) στο λιμάνι της Βηρυτού, που βρίσκεται λίγο μακριά από την πόλη, όμως προσφέρει περισσότερη ασφάλεια στα πλοία.

Η εθελοντική συμμετοχή κυπρίων σε ελληνικούς πολέμους ήταν πάντοτε αθρόα και γινόταν με μεγάλο ενθουσιασμό. Στους πεσόντες των βαλκανικών πολέμων 1912-1913 περιλαμβάνεται και ο λαρνακέας εθελοντής Ιωάννης Χριστοδούλου, λοχίας των ευζώνων, ο οποίο σκοτώθηκε στη μάχη του Πετσόβου, στις 16 Ιουλίου 1913, μόλις πέντε μέρες πριν από την ανακωχή. (Δελτάριο εποχής)

Πρόποσις Χρ. Κουππά
κατά το γεύμα της 31 Δεκεμβρίου 1897
εν τη Εμπορική Λέσχη
Ομογενείς! Σας χαιρετώ με πάλλουσαν καρδίαν,
Και απευθύνω προς Υμάς ευχήν θερμήν, μυχίαν
Όλοι να ζήσετ’ ευτυχείς, κι όσα επιποθείτε
Στο Νέον Έτος εύχομαι να τα αξιωθείτε.
Ήτο πικρόν το παρελθόν, ω αδελφοί, στο Έθνος
Τηρείται μέχρι σήμερον εις την καρδιάν το πένθος
Και η Πατρίς μέχρι του νου εκ των πληγών σφαδάζει
Των δε Ελλήνων η καρδιά εισέτι αιμοστάζει.
Ενθέρμως λοιπόν εύχομαι ταχέως ν’ ανακύψει,
Να δοξασθεί, την συμφοράν στ’ ανάθεμα να ρίψει.
Να αναλάμψει η χαρά στο γένος των Ελλήνων
Να επανέλθει η εύκλεια των χρόνων μας εκείνων.
Άρα, υπέρ του Έθνους μας την πρόποσιν προτείνω
Στην θέλησιν του Ποιητού την τύχην του αφήνω.
Το Έθνος μας προώρισται, ω αδελφοί, να ζήσει
Ούτω το θέλει ο Θεός, και θα ευδαιμονήσει.
[Εκφράζοντας τη μεγάλη απογοήτευση του κυπριακού λαού από την ήττα κατά τον πόλεμο του 1897, στον οποίο πολέμησαν ως εθελοντές και πολλοί κύπριοι, ο Χριστόδουλος Κουππάς, εκδότης και διευθυντής της σκαλιώτικης εφημερίδας Ένωσις, διαβάζει την έμμετρη πρόποσή του την τελευταία μέρα της ίδιας χρονιάς. Όπως είναι είναι αναμενόμενο σχεδόν αποκλειστικό αντικείμενο των ευχών του είναι η ανόρθωση του γένους. Η Εμπορική Λέσχη ήταν ένα από τα μακρόβια ιστορικά σωματεία της πόλης].
