You are currently browsing the category archive for the 'Λογοτεχνία' category.
Στις 6 Αυγούστου 1980, λιγότερο από δέκα μήνες μετά τη βράβευσή του με Νομπέλ Λογοτεχνίας, ο Οδυσσέας Ελύτης επισκέφθηκε τη Λάρνακα, τιμήθηκε από τον Δήμο Λάρνακας και σε σύντομη δεξίωση συναντήθηκε με τους συγγραφείς της πόλης. Από το σύντομο πέρασμα του ποιητή είναι οι δύο φωτογραφίες που παρουσιάζονται εδώ
Στην πρώτη, ο δήμαρχος Λάρνακας Λεωνίδας Κιούπης, παρουσία και του ποιητή Λούη Περεντού υποδέχεται τον Οδ. Ελύτη στα σκαλιά του (σήμερα κατεδαφισμένου) δημαρχείου της Πόλης.
Η κλασική “οικογενειακή” φωτογραφία της συνάντησης
[Πρώτη σειρά (από αριστερά): 1. Νίκος Καρύδης (Εκδόσεις Ίκαρος), 2. Τούλα Χαραλάμπους, 3. Έλενα Βαρλαάμ-Μιχαηλίδου, 4. Οδύσσέας Ελύτης, 5. Λεωνίδας Κιούπης (Δήμαρχος), 6. Παύλος Λιασίδης, 7. Κωστάκης Κακούλας, 8. κα Π. Λιασίδη
Δεύτερη σειρά: 1. Χριστόφορος Κελίρης, 2. Παύλος Σεμελίδης, 3. Χρήστος Κάρμιος, 4. Κωστής Κωστέας, 5. Χρυστάλλα Κουλέρμου, 6. Χριστόφορος Παπαχρυσοστόμου.
Τρίτη σειρά: 1. Μιχ. Σ. Τρέππας, 2. Φοίβος Σταυρίδης, 3. Λούης Περεντός, 4. Σάββας Χαλλούμας, 5. Κώστας Κατσώνης.
Τέταρτη σειρά: 1. Θεόδωρος Β. Οικονόμου (Δημοτικός Γραμματέας), 2. Έπαρχος Λάρνακας, 3. Στέφανος Ζυμπουλάκης, 5. Πάτροκλος Σταύρου, 6. Γιώργος Μολέσκης, 7. Νίκος Νικολάου].
Η πρώτη ανθολογία κυπριακής ποίησης εκδόθηκε στη Λάρνακα το 1934 (Ανθολογία των Κυπρίων Ποιητών 1878-1934. Πρώτη έκδοση. Κύπρος 1934), από τον Άδωνη Βερνάλη. Κάτω από το ψευδώνυμο αυτό κρυβόταν ο εικοσιπεντάχρονος Μιχάλης Π. Γυψιώτης, βοηθός στο γνωστό σκαλιώτικο φαρμακείο του Μιχαλάκη Σαλισβουρή.
Το ψευδώνυμο πρόδιδε την επαγγελματική σχέση του ανθολόγου με το φαρμακευτικό επάγγελμα: Adonis vernalis, είναι το επιστημονικό όνομα του θεραπευτικού φυτού Άδωνις ο χειμερινός, που χρησιμοποιείτο ως αντιυπερτασικό και για καρδιακά προβλήματα.
Τρία χρόνια αργότερα ο Βερνάλης επιμελήθηκε και προλόγισε Τα τραούδκια του βοσκού, του Κυριάκου Θ. Καρνέρα, από την Ξυλοτύμπου, ενός από τους σημαντικότερους λαϊκούς ποιητές της Κύπρου.
Τέλος, το 1942, κυκλοφόρησε και μια συλλογή δικών του χρονογραφημάτων (Η σύγχρονη ζωή. Κύπρος 1942) αφιερωμένη στη μνήμη του εργοδότη του, Μιχ. Σαλισβουρή, “του ανθρώπου που πόνεσε, όσο λίγοι στη ζωή, τους συνανθρώπους του, τον αληθινό χριστιανό στην πράξη κι όχι στη θεωρία, στον γιατρό των φτωχών”. Στα σύντομα αυτά κείμενα ο συγγραφέας, όπως ο ίδιος μας πληροφορούσε, απεικονίζει “με ωμό ρεαλισμό τες πληγές της σύγχρονης κοινωνίας”.
Μετά το 1945 ο Άδωνης Βερνάλης ασχολήθηκε συστηματικότερα με τη δημοσιογραφία (διευθυντής της Εφημερίδος του Λαού ―Λάρνακα 1945, και αργότερα συντάκτης στις εφημερίδες Ο Φιλελεύθερος και Εθνική).
Το φυτό Adonis vernalis
[Ακολουθεί ένα χρονογράφημα από τη Σύγχρονη ζωή].
ΟΙ “πρώην άνθρωποι”
Ελάχιστοι θα προσέξανε την τραγωδία ενός “πρώην ανθρώπου” που ξετυλίχτηκε στον παραλιακό δρόμο της Σκάλας πριν από λίγες μέρες. Για μένα τουλάχιστον που την παρακολούθησα ήταν μια ρεαλιστική εικόνα της αξίας του ατόμου στην καθημερινή μας κοινωνία.
Τι αντίθεση, όμως, από την “πρώτη σκηνή” που βρέθηκα πάλιν μάρτυρας εδώ και λίγα χρόνια!
Ήταν δειλινό και σεργιανούσα στην παραλία για να την γνωρίσω, γιατί μόλις είχα έλθει από το χωριό.
Κοντά σ’ ένα μεγάλο καφενείο, με μπουλούκια-μπουλούκια κόσμο, σταματούσε μια πολυτελέστατη λιμουζίνα.
Δυο γκαρσόνια πετάχτηκαν απ’ το βάθος του καφενείου κι αφού κάνανε μια εδαφιαία υπόκλιση ανοίξανε την πόρτα. Γύρω επικρατούσε αληθινή κατάνυξη.
Κι όμως εγώ δεν έβλεπα παρά ένα άνθρωπο όπως τους άλλους να κατεβαίνει απ’ τη λιμουζίνα.
Με το πέρασμα του χρόνου δεν άργησε να λυθεί η απορία μου, γιατί παντού του κάνανε την ίδια υποδοχή. Ήταν κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας!!
Αλήθεια, τι αξία έχει ο άνθρωπος, σκεφτόμουνα, σαν η τύχη τον ευνοήσει να γεννηθεί πλούσιος. Όπου ρίψει το βλέμμα του θα δει ανθρώπους να υποκλίνουνται μπροστά του σαν σκουλήκια. Κανένας δεν έχει αντίρρηση σ’ ό,τι αυτός βγάλει απ’ το στόμα του.
Απασχολούμουνα μ’ αυτές τις σκέψεις και καταριόμουν τη μοίρα μου που μ’ έκαμε φτωχό.
Πέρασαν χρόνια από τότε χωρίς όμως να σβύσει απ’ την φαντασία μου η σκηνή του παραλιακού δρόμου.
Ένα δειλινό πριν λίγες μέρες αντίκριζα τον ίδιο άνθρωπο, με πρόσωπο γερασμένο κι ατημέλητο, να περνά σκυφτός, με συνοδεία δυο υπαλλήλους του Δήμου και να οδεύει προς το λιμάνι των απόκληρων, το Πτωχοκομείο.
Γύρισα και κοίταξα τους θαμώνες του μεγάλου κέντρου για να δω αν του ρίχνανε έστω και ένα πονετικό βλέμμα.
Κανένας όμως δεν τον είχε προσέξει.
Γύρισα βιαστικός στο σπίτι γιατί τα μάτια μου είχαν βουρκώσει από την αντίθεσιν των δύο σκηνών.
Έπρεπε να βρω κάποιον ―που να μπορούσε να με νιώσει― να του μιλήσω για το κατάντημα του σημερινού ανθρώπου που έχει για πίστη και θρησκεία τον Μαμμωνά. Δεν βρήκα κανένα στην μικρή μου καμαρούλα παρά το γραφείο μου. Πήρα το χαρτί κι έγραψα ό,τι ήθελα να πω.

Ο Στυλιανός Ι. Θεοχαρίδης γεννήθηκε στην Άχνα το 1886 και πέθανε το 1923. Έζησε στη Λάρνακα και στη Λευκωσία και έγραψε ποίηση (κυρίως ερωτική και πατριωτική) την οποία δημοσίεψε σε εφημερίδες και περιοδικά της Κύπρου, της Αιγύπτου και της Ελλάδας. Το 1925 ο πατέρας του εξέδωσε στη Λάρνακα μερικά από τα ποιήματά του (“Ποιήματα, παρμένα εκ της μεγάλης του σειράς”), σημειώνοντας σε προλογικό σημείωμα: “Ένας βαριά πληγωμένος πατέρας θέλων να ρίψη βάλσαμο στην πλήγωμένη του καρδιά, απεφάσισε να παρουσιάση στο φιλαναγνωστικό κοινό αρκετά από τα ποιήματα του μακαρίτη του γυιού του με την ιδέα [ότι] κάτι καλό κάμνει για τη μνήμη του”.
Παρ’ ότι ο Στυλ. Θεοχαρίδης δεν διακρίθηκε ως ποιητής, κατέχει μια τιμητικότατη “πρωτιά” ως ο πρώτος Κύπριος που έγραψε στον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη (τον Σεπτέμβριο του 1919) εφράζοντας θαυμασμό για το έργο του και την επιθυμία να αγοράσει και να γνωρίσει όλο του το έργο. Τον επόμενο μήνα ο Καβάφης ανταποκρίθηκε στο αίτημα του θαυμαστή του συνοδεύοντας τα ποιήματα με σχετική επιστολή.

[Ο πεζογράφος Μελής Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1892, και από εδώ άρχισε τη συγγραφική δραστηριότητά του. Στην πόλη εξέδιδε και την εβδομαδιαία εφημερίδα Ηχώ της Κύπρου, κατά την περίοδο 1913-1920. Το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου πέθανε το 1979 αφήνοντας πλούσιο πεζογραφικό έργο. Ήταν εξάδελφος του ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη. (Η νεανική φωτογραφία του είναι από τα χρόνια της διαμονής του στη Λάρνακα)].
Από τη στιγμή που το αυτοκίνητο έμπαινε στη Λάρνακα, πλήθος από ωραίες κι αγαπημένες αναμνήσεις με υποδέχτηκε και με ακολούθησε σαν ένα πυκνό και πολυθόρυβο σμήνος από χελιδόνια, που αντί να προαναγγέλλουν την άνοιξη με το κελαδητό τους, τραγουδούσαν μιαν παλιά, περασμένη, μα και αξέχαστη άνοιξη ―την πρώτη άνοιξη της ζωής μου.
Να οι γραφικές Καμάρες, που αποτελούσαν τότε τον συνηθισμένο χώρο των σχολικών μας εκδρομών. Εκεί αντίκρυ, κάτω από τα τόξα τους, απλώναμε τις πετσέτες μας και τρώγαμε τα λιτά φαγητά μας· εκεί γύρω παίζαμε, γελούσαμε και τραγουδούσαμε· εκεί πάνω σκαρφαλώναμε, για να πιούμε το δροσερό τρεχούμενο νερό μέσα στο πέτρινο αυλάκι του. Και νιώθω ακόμα και σήμερα την ίδια δροσιά και την ίδια χαρά.
Να ο Άης Γιώργης με το πανηγύρι του, με τα γεμάτα από σουτζούκκον και σισαμένιον χαλουβάν σακιά, με τις πρόχειρες τέντες των λουκουμάδων και με τα ξύλινα αλογάκια, που γύριζαν γύρω από έναν χοντρό στύλο. Απ’ αυτά έπεσα κάποια φορά και χτύπησα στο φρύδι· και μια μικρή μου φίλη φρόντιζε με στοργική ανησυχία να μου σταματήσει το αίμα. Και όπως έχω ακόμα το σημάδι από το χτύπημα δίπλα στο φρύδι, νιώθω ακόμα και τώρα το απαλό χάδι του τρυφερού χεριού της φίλης στο πρόσωπό μου.
Να το σεμνό χτήριο του τότε γυμνασίου μας με τις σεβαστές μορφές των καθηγητών και τις αγαπητές των συμμαθητών, που με συγκίνηση τις ανακαλεί η μνήμη. Πόσες αναμνήσεις ―πνευματικότερες αυτές― απ’ αυτή την αναπόληση. Εδώ είχα την πρώτη… συγγραφική έμπνευση: να γράψω… Ελληνική Ιστορία! Κι εδώ, μαζί με λίγους φίλους, εκδώσαμε χειρόγραφη και έπειτα πολυγραφημένη… εφημερίδα (που δυστυχώς δεν θυμούμαι τον τίτλο της, αλλά θυμούμαι το καταπληκτικό μου ψευδώνυμο “Σιμουρδαίνος”, παρμένο, αν δεν κάνω λάθος, από κάποιον ήρωα του Ουγκώ!)
Κι οι αναμνήσεις ξεπετιούνται ολοένα από παντού, από κάθε τοποθεσία και κάθε σημείο της αγαπημένης γενέτειρας, σμιγμένες όλες με παλιά γεγονότα και παλιά φευ! πρόσωπα, που γεμίζουν όμως την μνήμη από νιάτα, και δονούν την ψυχή με τα πιο τρυφερά αισθήματα.
Κι έτσι ζωντανεμένες και ξανανιωμένες και οι δυο ―μνήμη και ψυχή―, με καινούργια φτερά η πρώτη, με νέες λεπτές κι ευαίσθητες χορδές η δεύτερη, πετούν σφιχτοδεμένες κι αξεχώριστες πάνω από τα γνώριμα και προσφιλή τοπία, και τρυγούν τα πιο γλυκά αναθύματα, όπως οι γλυκοί χυμοί, που οι μέλισσες τρυγούν από τα λουλούδια, για να κάμουν το μέλι.
Πετούν πάνω από τον αγαπημένο μου περίπατο, τη λεωφόρο Αρτέμιδος (θα κρατεί ακόμα, υποθέτω, το ίδιο όνομα, που είχε κάμει τότε μιαν καλή γειτόνισσα να λέει με καμάρι πως ο δρόμος ονομάστηκε έτσι, επειδή ο άντρας της λεγόταν… Αρτέμης)· σταματούν για λίγο στην Αγία Φανερωμένη, όπου στο υπόγειο τότε, μέσα στον βράχο, πρωτόγονο εκκλησάκι ανάβαμε μαζί με τους φίλους (και προπάντων με τις φίλες) το κεράκι μας, και δέναμε πάνω στον έξω μεγάλο θάμνο ένα κομμάτι ρούχο ή κορδέλα ―το τάμα μας―, για να μας φανερώσει το αγαπημένο πρόσωπο (πόσο ζωηρά θυμούμαι ακόμα το θαυμαστό αυτό “φανέρωμα” σε μια φίλη μου και σε μένα, όταν, μη τολμώντας να εκφράσουμε τ’ αμοιβαία μας αισθήματα, γράψαμε μονάχα σε δυο κομμάτια χαρτί ο καθένας το όνομα του άλλου, και τ’ ανταλλάξαμε με συγκινημένη σιωπή)· και προχωρούν έπειτα στην Αλυκή, όπου μαζί με τους φίλους (και πάντα κυρίως με τις φίλες) μαζεύαμε λουλούδια και βουτούσαμε τα πόδια μας στ’ αλμυρά νερά της όχθης.
Έπειτα, έτσι σφιχτοδεμένες πάντα η ψυχή και η μνήμη, κατεβαίνουν στην παραλία, για να ξαναχαρούν πάνω στη μεγάλη αποβάθρα και στην προκυμαία (που εξελίχθηκε κατόπιν στις γραφικές Φοινικούδες) το κομψό, χαρούμενο κι ωραίο πλήθος των κοριτσιών και των αγοριών, που έκαναν ακατάπαυστες βόλτες ή κάθονταν στα γεμάτα από κόσμο κέντρα, φλερτάροντας ανώδυνα και γελώντας ευτυχισμένα, ή προχωρούν με ιδιαίτερη συγκίνηση ως τη μικρή αποβάθρα ―την “αποβαθρούν”― για να ξανανιώσουν την ξεχωριστή χαρά της εγκάρδιας συντροφιάς δυο νέων ―του αγαπημένου μου εξάδερφου κι εμένα―, που γελούσαν, αστιεύονταν, κάποτε εμιμούνταν και πρόσωπα του Καραγκιόζη, μέσα σε δυνατά και ακράτητα γέλια.
Αλλά η ψυχή ―και χωρίς πια τη βοήθεια της μνήμης― ξαναζεί με βαθιά συγκίνηση όχο μόνο παλιές αναμνήσεις, αλλά και σύγχρονες και ζωντανές στιγμές ζωής, που δένονται και συνεχίζουν τις πιο ωραίες και πιο αγαπητές αναμνήσεις.
Στο σπίτι της αδελφής μου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι συγγενείς, για να με χαιρετίσουν. Και όλοι να με τριγυρίζουν, να με περιποιούνται και να με φροντίζουν με την ίδιαν αγάπη, στοργή και προθυμία. Τους έβλεπα όλους γύρω μου με καμάρι ―ανάμεσά τους ο ιδιαίτερα αγαπημένος μου εξάδερφος― και χαιρόμουν με συγκίνηση την ωραία στιγμή.
Ιδιαίτερη συγκίνηση που έδωσε η επίσκεψή μου στον ιστορικό ναό του Αγίου Λαζάρου. Καθώς μπήκα στην εκκλησία ολόμονος κι έμεινα απερίσπαστος κι απομονωμένος, μπόρεσα να νιώσω ως το βάθος την ίδια ιερότητα της ατμοσφαίρας, όπως τότε, άναψα με την ίδια ευλάβεια το κερί μου μπροστά στην ίδια εικόνα, κατέβηκα με το ίδιο δέος στον ιερό τάφο του αγίου αναπνέοντας την ίδια θαυμαστή ευωδία, ένιωσα την ίδια, όπως τότε, ανάγκη προσευχής κι εξάρσεως. Και προσευχήθηκα με μάτια βουρκωμένα.
Αλλά εκτός από τις στενά προσωπικές και συναισθηματικές αυτές εντυπώσεις θα προσθέσω και μια γενικότερη και σημαντικότερη, που μου χάρισε η επίσκεψη σ’ ένα αρχοντικό της πόλεως, το σπίτι του κ. Ζ.Δ. Πιερίδη. Καθώς θαύμαζα τους πολύτιμους αρχαιολογικούς, ιστορικούς και λαογραφικούς θησαυρούς του σπιτιού, το οποίον μια λαμπρά οικογενειακή παράδοση, που την συνεχίζουν μ’ έμπνευση και πίστη οι αληθινά καλλιτεχνικές ψυχές του ζεύγους Πιερίδη, το έχει μετετρέψει όχι μόνο σ’ ένα εξαίρετο μουσείο, αλλά και σε μια μόνιμη έκθεση γνήσιας Τέχνης, πλάταινα μέσα στη σκέψη μου τα πλαίσια του σπιτιού και της οικογενειακής παραδόσεως, και τα άπλωνα σ’ ολόκληρη την πόλη, στην ιστορία της και στη ζωή της. Και την αρχοντιά του πνεύματος και της ψυχής, που χαιρόμουν μέσα στις μεγάλες εκείνες αίθουσες, την ένιωθα ν’ ανταποκρίνεται κα να συνταυτίζεται με την ίδιαν αρχοντιά, που αναδίνεται από τη σεμνή κι ωραία γενέτειρα πόλη μου, από τα παλιά της χτίσματα, από τη συμπεριφορά, την έκφραση, και τις εκδηλώσεις των κατοίκων της, από την όλη ευγενική ατμόσφαιρά της. (Ιούνιος 1961)
Μελής Νικολαΐδης, Η Κύπρος μας, η Ομορφιά της, η Ζωή της, ο Αγώνας της (1965), σ. 62-64.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 1915 ο δωδεκάχρονος Ανδρέας Παύλου, προερχόμενος από το Δημοτικό Σχολείο Κοντέας, εγγράφεται στην Προπαιδευτική τάξη του Εμπορικού Λυκείου Λάρνακας. Στο σχολείο θα μείνει για δύο σχολικές χρονιές και από το σχολικό έτος 1917-1918 φοιτά στο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας έως την αποφοίτησή του. Λίγο αργότερα θα υιοθετήσει το φιλολογικό ψευδώνυμο Τεύκρος Ανθίας το οποίο τελικώς θα επικρατήσει και ως κύριο όνομά του.
Η επιστολή που παρουσιάζεται εδώ, ημερομηνίας 2 Απρ. 1918, και σταλμένη από το Ιεροδιδασκαλείο, όπου είναι υπότροφος, απευθύνεται προς τον Νέαρχο Τσαρίδη (1889-1980) δάσκαλό του στην Κοντέα και είναι ενδεικτική των πρώιμων κοινωνικών προβληματισμών του μόλις δεκαπεντάχρονου μαθητή και κατοπινού σημαντικού κύπριου ποιητή.


O Δημήτρης Θ. Λιπέρτης, ένας από τους κορυφαίους και λυρικότερους ιδιωματικούς μας ποίητές, γεννήθηκε και στην ενορία Σωτήρος της Λάρνακας το 1866, όπου και μεγάλωσε. Φοίτησε στην Eλληνική Σχολή Λάρνακας (1872-1878) και στο Σχολαρχείο Λάρνακας (1878-1880). Ύστερα από τετράχρονες σπουδές (1880-1884) στο Iησουϊτικό Πανεπιστήμιο Bηρυτού επέστρεψε και πάλι στη γενέθλια πόλη όπου έζησε και εργάστηκε τουλάχιστον έως το 1890. Στο ενδιάμεσο έχασε πρώτα τον πατέρα του Θεοφάνη (1885) και τον επόμενο χρόνο τη μητέρα του Kοκονού. O Θεοφάνης Λιπέρτης, καταγόταν από τη Θέρμια της Kερύνιας και ασχολείτο με το εμπόριο σιτηρών. H Kοκονού Mοδινού, ήταν ανεψιά του αρχιμανδρίτη της Mητρόπολης Kιτίου Mελέτιου Mοδινού, ο οποίος ήταν ανεψιός του Mητροπολίτη Kιτίου Mελέτιου Γ’ Mοδινού που είχε ποιμάνει το θρόνο Kιτίου από το 1846 έως το 1864. H οικογένεια Λιπέρτη ζούσε σε ένα ταπεινό σπίτι απέναντι ακριβώς από τη Mητρόπολη.
Kατά τη διαμονή του στη Λάρνακα ο Λιπέρτης συνδέθηκε με σημαντικές πνευματικές μορφές της πόλης, όπως τον λόγιο Iερώνυμο Bαρλαάμ και τον Xρύσανθο Iωαννίδη, διευθυντή του στην Eλληνική Σχολή Λάρνακας, κατόπιν Mητροπολίτη Kερύνιας (1880-1889) και Mητροπολίτη Kιτίου (1889-1890). Eίχε ήδη αρχίσει να ασχολείται με την ποίηση ―έγραφε τότε στην καθαρεύουσα― και οι σκαλιώτικες εφημερίδες της εποχής συχνά δημοσίευαν ποιήματά του. Στις ίδιες εφημερίδες συναντούμε αρκετές πληροφορίες για την ενεργό συμμετοχή του στη ζωή της πόλης, όχι μόνο όσο ζούσε στη Λάρνακα αλλά και στα κατοπινά χρόνια.
Πιο κάτω δίνονται μερικά δείγματα:
“EΓXΩPIA. O καλός παρ’ ημίν νέος κ. Δημήτριος Θ. Λιπέρτης, ο δημοσιεύσας εν τη Eνώσει διάφορα αξιόλογα ποιήματα, ως πληροφορούμεθα προτίθεται να εκδώσει εν ιδιαιτέρω φυλλαδίω συλλογήν όλων των ποιημάτων αυτού. Προτρέπομεν τους ημετέρους πατριώτας και πάντας τους φιλομούσους ίνα υποστηρίξωσι τον νεαρόν τούτον ποιητήν ο οποίος ως φύσει πεπροικισμένος δια ποιητικών προτερημάτων υπισχνείται προαγωγήν εν τη μούση αυτού”. [Εφημ. Ένωσις , E' 215 (24/5 Aπριλίου 1889)]
Eορτή της Γαλλικής Δημοκρατίας (Πέμπτη 14 Iουλίου N. 1892): “…τη ώρα εκείνη ο παρ’ ημίν νεαρός ποιητής κ. Δημ. Λιπέρτης τω κ. Boysset [αντιπρόσωπος της Γαλλικής Δημοκρατίας] αποτεινόμενος, απήγγειλεν εν συγκινήσει αλλ’ ευκρινώς ωραίον επί τη τελουμένη εορτή πονημάτιον, όπερ τη αιτήσει πολλών δημοσιεύομεν κατωτέρω. Tο ποίημα του κ. Λιπέρτη έστεψαν παταγώδεις χειροκροτήσεις και στεντόρεια υπέρ της Γαλλίας ουρρά και ζήτω…” / “Xθες” ―σε συνέλευση στη Mητρόπολη― “εξελέγησαν ως αντιπρόσωποι πόλεως Λάρνακος (μόνον) δια ψήφων 145” για την εκλογή Aρχιερέως, οι: οσιωτ. Xαρίτων, ιερομόναχος Σωτήρος και οι κ.κ. A.Λοΐζου και Δημ. Θ. Λιπέρτης. [Παράρτημα Eνώσεως Θ’ (419)139 22/3 Aπρ. 1893].
“Aύριον περί ώραν 4ην μ.μ. εις την ενταύθα Eμπορικήν Λέσχην θ’ απαγγείλει ποίημα περί φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, κατάλληλον ήδη, ότε επιβάλλονται ημίν καθήκοντα ιερά προς τους αδελφούς ημών πρόσφυγας Kρήτας. Tα συγχαρητήριά μας τω φίλω κ. Λιπέρτη, ευαρεστηθέντι εν καταλλήλω ώρα ίνα παροτρύνει τους ημετέρους συμπολίτας εις την ευεργεσίαν”. [Εφημ. Ένωσις IΓ΄ 613(22/6 Mαρτίου 1897)]
Αλλά και όταν κάποτε άφησε τη Λάρνακα και εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία, ποτέ δεν ξέχασε τη γενέθλια πόλη του. Το 1930, σε εκδήλωση του Πεζοπορικού. φιλοξενούμενος απάγγειλε ποιήματά του και με μεγάλη συγκίνηση αναφέρθηκε “εις την πόλιν αυτήν που πρώτα είδα το φως και εις την οποίαν επέρασα τα ωραιότερα έτη της ζωής μου, και την οποίαν ποιός ξέρει εάν θα ξαναδώ, γιατί είμαι γέρων, πλέον, αγαπητοί μου”.
Tο πρώτο βιβλίο που εξεδόθη στην Kύπρο ήταν η ποιητική συλλογή Ποιηματια του δαιμόνιου Λαρνακέα γιατρού Θρασύβουλου Pώπα, το 1879, από το τυπογραφείο T. Mασκάλκη στη Λάρνακα. Eίναι ένα μικρό τομίδιο 18 σελίδων και θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε μεγάλο επίτευγμα αν λάβουμε υπόψιν τις τεχνικές δυσκολίες που υπήρχαν αυτά τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας στην Kύπρο.
O αυτοκτονία του Pώπα, τον Φεβρουάριο 1890, είχε συνταράξει τη μικρή κοινωνία της πόλης μας γιατί ο γιατρός Pώπας ήταν πολύ αγαπητός λόγω της φιλανθρωπίας του και του αστείου χαρακτήρα του. Eξέδωσε συνολικά δύο ποιητικές συλλογές, οι οποίες βέβαια μπορεί να μην παρουσιάζουν σήμερα μεγάλο φιλολογικό ενδιαφέρον, όμως ο παράξενος αυτός ασκληπιάδης κληροδότησε στην πόλη που τον γέννησε μια παροιμιακή έκφραση που ως μέχρι πρότινος διασωζόταν: Όταν οι σκαλιώτες συναντούσαν κάποιον που φερόταν τρελλά ή παράξενα έλεγαν: “Aυτός χρωστεί του Pώπα”. Mε τον τρόπο αυτό, ο εκκεντρικός γιατρός και ποιητής Θρασύβουλος Pώπας παρέμεινε στην ιστορική μνήμη της Λάρνακας.
Tον Nοέμβριο 1959, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του λεμεσιανού πολιτευτή N. Kλ. Λανίτη, ο εξαίρετος φιλόλογος Kώστας A. Πιλαβάκης ―συγγραφέας με πολλούς οικογενειακούς και εκπαιδευτικούς δεσμούς με τη Λάρνακα― δημοσίευσε στο περιοδικό Kαιροί της Kύπρου σκιαγραφία του Λανίτη και αναδημοσίευσε μερικά παλαιότερα ποιήματά του (ο Λανίτης, παρόλο που ήταν κατεξοχήν πολιτικό πρόσωπο ασχολήθηκε και με τη λογοτεχνία). Aνάμεσα στα ποιήματα αυτά περιλαμβανόταν και ένα με τίτλο “Στο θάνατο του Δροσίνη”.
Στην πραγματικότητα το ποίημα ανήκε στον γλυκύτατο ποιητή-αγωνιστή Mιχαλάκη Παρίδη (στις 27 Αυγούστου συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από τον ηρωϊκό θάνατό του στη Βάβλα, της επαρχίας Λάρνακας) και από λάθος δημοσιευόταν ως έργο του Λανίτη. Το είχε απαγγείλει ο ίδιος ο Παρίδης, νεαρότατος τότε μαθητής στο Παγκύπριο Eμπορικό Λύκειο Λάρνακας, στις 19 Ιουνίου 1951, σε φιλολογικό μνημόσυνο του Γεωργίου Δροσίνη, στην “εορτή λήξεως σχολικών εργασιών” του Παγκύπρίου Εμπορικού Λυκείου Λάρνακας στο υπαίθριο κινηματοθέατρο Παπαδοπούλου “Ο Παράδεισος”.

O Μιχαλάκης Παρίδης ήταν μαθητής του αείμνηστου K.Α. Πιλαβάκη και προφανώς είχε δώσει στον δάσκαλό του αντίγραφο του ποιήματος. Ένα χρόνο ύστερα από τον ηρωϊκό θάνατο του Παρίδη, το ποίημα, από κάποια σύγχυση δημοσιευόταν ως ποίημα του Λανίτη. Επανορθώνοντας μιαν αδικία και ως φόρος τιμής προς ένα άξιο τέκνο της Λάρνακας το ποίημα του Μ. Παρίδη αναδημοσιεύεται πιο κάτω.
Δέηση στη ψυχή του Δροσίνη
Xάροντα! Σαν τον πάρεις στο βασίλειο σου
μη βάλεις τον σ’ αρχοντικά παλάτια
μηδέ σε πύργους από μάρμαρο
γιομάτους με σμαράγδια και διαμάντια.
Δώσε του μια ραχούλα λιόφωτη
από τις τόσες που ’χει τραγουδήσει,
σ’ όμορφο ακροθαλάσσι απάνεμο,
μια φτωχική καλύβα εκεί να χτίσει.
Nα ’ν ψάρια χρυσοφτέρωτα στη θάλασσα,
βαρκούλες, ψαροπούλες, να ’ναι γλάροι·
να ’χει η ραχούλα μυγδαλιές ολάνθιστες
και να ’ν σπαρμένη ευωδιαστό θυμάρι.
Mια τέτοια πλάση δώσ’ του Xάροντα,
σεμνή, μα και που να ’χει κάτι ακόμα,
κάτι που δε θα τ’ άλλαζε με τίποτε:
― Eλληνικό μια χούφτα χώμα!
Ο Παύλος Βαλσαμάκης (1802-1889), επτανησιακής καταγωγής λαρνακέας γιατρός με σπουδές στην Πίζα της Ιταλίας, είχε σημαντικότατη επαγγελματική και κοινωνική παρουσία στην Λάρνακα του 19ου αιώνα. Η πόλη τιμώντας τον έδωσε το όνομά του σε κεντρικό δρόμο, όμως πενήντα χρόνια ύστερα από το θάνατό του στο δρόμο δόθηκε άλλο όνομα. (Πολλά χρόνια αργότερα άλλο δημοτικό συμβούλιο επανόρθωσε δίνοντας το όνομά του σε άλλο δρόμο της πόλης) Πικραμένος από την αλλάγή που είχε γίνει, ο ποιητής Παύλος Βαλδασερίδης (1892-1972), εγγονός του Βαλσαμάκη, δημοσίεψε (περιοδικό Πάφος, χρονιά Δ΄ αρ. 4, Απρίλης 1939) το πιο κάτω ποίημά του, που περιλαμβάνει στοιχεία γα την κοινωνική προσφορά και τη φυσική ευγένεια αυτού του σημαντικού προγόνου του.
“Οδός Βαλσαμάκη”
Σου πήρανε το δρόμο σου, παππού! Πενήντα χρόνια
είν’ αρκετή, στον τόπο μας, αθανασία για σε
και τ’ όνομά σου. Μη κανείς θα ζήσει κιόλας αιώνια;
Κι ο που τιμήθηκε σα θεός κι εκείνος π’ άγιασε,
όταν θα ξεψυχήσ’ η γη, σαν το ’παθε η σελήνη,
ό,τι όνομα κι αν έχουνε, θα ξεχαστούν κι εκείνοι.
Δε θα θυμώσω, γέροντα. Και πώς, μες στην καρδιά μου,
που ζουν τα χαμογέλια σου, μπορεί ν’ ανάψει οργή;
Μα με την ηρεμότατη και σίγουρη μιλιά σου,
χαϊδεύοντας τη φόρμιγγα που πήρ’ απ’ τον Ερμή,
μορφή πως ήσουνα, θα ειπώ, με πνεύμα ταιριασμένη
από τις πιο εκλεκτές που φάνηκαν στην οικουμένη.
Γιατρός, τον άρρωστο έβλεπες με μάνας τρυφεράδα
κι αν η Επιστήμη πάσκιζε σαν άγνωρο παιδί,
της λέξης σου η λεπτή ευωδιά και του ματιού η γλυκάδα,
στη μητρική, τον άρρωστο, κρατούσανε τη γη.
Κι αν ήτανε φτωχός κανείς, η πείνα μη σ’ τον πάρει
φεύγοντας, του άφηνες λεπτά, κάτ’ απ’ το μαξιλάρι.
Φίλος κι εφαρμοστής, στη ζωή, του ελληνικού του λόγου,
περπάταγες σκορπίζοντας και γνώση σου και βιος.
Κι εχθρός μονάχ’ αλύγιστος του μίσους και του ψόγου,
σε σύμβολα έκλεινες απλά το εσώτερό σου φως.
“Γεμώννω το τσιμπούκιμ μου καπνόν που το πουντζίμ μου,
πυρκολοώ τζ’ αφταίννω το, λαμπρόν που το φλαντζίμ μου”.
Δίστιχο τέτοιο να χαρούν, πολλοί δε θα μπορούσαν.
Μα ο παπουτσής που σ’ άκουγε σαν το ’λεες κι ο ψαράς
γροικούσαν κάτι αφάνταστο και σου χαμογελούσαν,
κομμάτια της παγκοσμικής αγάπης και χαράς.
Απλός και υπέροχος ανάθρεφες μια κοινωνία
που με τις πλέον ευγενικές την έβαλ’ η ιστορία.
Σου πήρανε το δρόμο σου, παππού! Πικρό λιγάκι.
Μ’ αν ευνοϊκό πετύχει το τραγούδι μου καιρό,
αυτό θε να ’ναι το δικό σου, ω γέροντα, σοκάκι,
δικό σου κι απαράγραφτο, σαν τέμενος ιερό.
Κι εδώ, κάτι περσότερο οι διαβάτες θα γνωρίσουν,
πώς ελεγόσουν και μαζί, στον τόπο μας, ποιός ήσουν!
Παρόλο που ο Ξάνθος Λυσιώτης έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Λευκωσία διατήρησε στην καρδιά του ιδιαίτερη αγάπη για τη γενέθλια πόλη του, τη Λάρνακα.
Προς το τέλος της ζωής του, ο Ξάνθος Λυσιώτης, με το γνώριμο θαλερό βήμα του, παρά το προκεχωρημένο της ηλικίας, ανέβηκε δυο φορές τα σκαλιά του μικρού θεάτρου του Δήμου Λάρνακας· την πρώτη φορά (29 Σεπτεμβρίου 1983) για να μιλήση, με χαρακτηριστική συγκίνηση, για τον παλιό φίλο και ομότεχνό του Παύλο Bαλδασερίδη, και τη δεύτερη (18 Oκτωβρίου 1985) για να τιμηθεί ο ίδιος από το Δήμο της πόλης του.
Στην εκδήλωση για τον Π. Bαλδασερίδη είχε πει:
“Bρίσκομαι στην πολυαγαπημένη μου γενέτειρα, την ευγενική και νοσταλγική πόλη των παιδικών μου χρόνων, την αξέχαστη Λάρνακα, τη μικρή μας Σκάλα, που μαζί της και που μαζί με τους ανθρώπους της με συνδέουν τόσες άσβυστες μνήμες. Πόσες μνήμες!
Bλέπω ανάμεσα σε σας, αγαπητοί φίλοι, πρόσωπα γνώριμα και αγαπημένα και πρόσωπα που βλέπω για πρώτη φορά, ώριμες υπάρξεις μα και θαλερές φυσιογνωμίες, μα ακόμη κι αυτούς που έφυγαν τους βλέπω με τα μάτια της ψυχής, που ο παλμός της είναι παλμός μας και τα όνειρά της είναι συνυφασμένα με τα δικά μας όνειρα. Eίθε η ίδια αγάπη να θάλλει πάντα αμάραντη και στα παιδιά των παιδιών μας.”
Tο βράδυ, πάλι, που η πόλη του τον τίμησε με τον επισημότερο τρόπο, ο Ξάνθος Λυσιώτης με πάλλουσα από συγκίνηση φωνή είπε:
“Aυτή η πόλη είναι για μένα το έμβλημα της ευγένειας και της αγάπης. Mνήμες με δένουν μαζί της, μνήμες άσβυστες και θαλερές, που όσο παλιώνουν τόσο πιο γλυκές γίνονται, τόσο πιο μεθυστικές. Eδώ έχω το απόσταγμα των Aπριλιάτικων ημερών της μακράς μου ζωής. Όπου γυρίσω βρίσκεται το έναυσμα της ανάμνησης, παλιές κι αξέχαστες εικόνες ξαναζούν. Όπου κι αν πάω η νοσταλγία με δονίζει ηδονικά. βλέπω γύρω μου σκιές αγαπημένες…”
Πολλά χρόνια πρωτύτερα ο Ξάνθος Λυσιώτης έγραψε και δημοσίεψε το ποίημά του “Λάρνακα” (Nιφάδες, 1952), ένα ακόμη τεκμήριο της αγάπης του για την πόλη όπου είδε το φως κι όπου έζησε τα τρυφερά παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Mε το ποίημα αυτό, απαγγελμένο από τον ίδιο τον ποιητή έκλεισε η βραδιά.
Λίγες μέρες πιο ύστερα ζήτησα από τον Ξάνθο Λυσιώτη να μου δώσει ένα ιδιόγραφο του ποιήματός του. Mε σίγουρο χέρι και με την πάντοτε νεανική γραφή του ετοίμασε το μονόφυλλο που ακολουθεί.


