You are currently browsing the category archive for the 'Προσωπικότητες' category.
Ο πρόωρα χαμένος σατιρικός ποιητής Ιωάννης Περδίος (1882-1930) παρ’ ότι σατίριζε με τους στίχους του προσωπικότητες και καταστάσεις της εποχής του, διέθετε ήπιο χαρακτήρα και φυσική ευγένεια που επέτρεπαν να είναι πάντοτε αγαπητός σε όλους. Από το 1911 και έως το θάνατό του εξέδιδε στη Λευκωσία την έμμετρη σατιρική εφημερίδα του Μαστίγιον, “Που δύο φορές τον μήνα κροταλίζει / και πότε πίπτει καυστικόν και πότε γαργαλίζει”, όπως έγραφε Όταν πέθανε τον έκλαψε όλη η Κύπρος.
Ο Περδίος τον Ιούνιο του 1918 ήλθε στη Λάρνακα, προσκεκλημένος του Δήμου της Πόλης, και πήρε μέρος ως μέλος κριτικής επιτροπής διαγωνισμών που έγιναν κατά τη διάρκεια της γιορτής του “Κατακλυσμού”. Μετά την επιστροφή του στη Λευκωσία δημοσίεψε στην εφημερίδα του το ακόλουθο στιχούργημα με χαριτωμένες εντυπώσεις και πληροφορίες για τη γιορτή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του για τη χρήση του κυπριακού ιδιώματος στη λαϊκή μας ποίηση.
Εις τη Σκάλα μάς επήραν για Κριτάς
Για να κρίνουμε τους ντόπιους Ποιητάς!
―
Χάρις στον Κυριαζή
Και τον Νίκο το αγά μου
Πήγα με κριτάς μαζί
Σαν εκάθουμουν στ’ αυγά μου!
*
Με σηκώσαν απ’ εδώ
Και στη Λάρνακα με πήραν
Για ν’ ακούσω και να δω
Των Κυπρίων μας την λύραν!
*
Και στου Ζήνωνος την γη
Με τον Νίκο μου πηγαίνω
Και στο πόντε μ’ οδηγεί
Κι ενθουσιασμένος μένω!
*
Λευκοφόρες πετακτές
Εις το πόντε των ψαρεύαν
Με στολές τόσο λεπτές
Που κι αράχνες τες ζηλεύαν!
*
Κι είδαμε και μερικές
Που ξεκάλτσωτες διαβαίναν
Και γαμπίτσες δυο λευκές
Με μαγνήτισαν κι εμέναν!
*
Κι οι καλοί μας χωρικοί
Καθώς έμπαιναν στες βάρκες
Έχασκαν εκστατικοί
Που γυμνές θωρούσαν σάρκες!
*
Την βραδιάν παντού σβηστοί
Μέναν γλόμποι φωτοβόλοι
Κι όμως κάπου ―σαπριστί―
Εφεγγοβολούσαν όλοι!
*
Με τραγούδια και χορούς
Και κοσμοπλημμύραν τόση
Είδα τους παλιούς καιρούς
Πίσω πάλι να στραφώσι!
*
Μα κι εκλογικά πολλά
Ψουψουρούσαν κάθε βράδυ
Και κεφάλια με μυαλά
Στη φωτιάν εχύναν λάδι!
*
Λοιπόν κάθε μια βραδιά
Με σωστή κοσμοπλημμύρα
Πήγαινα κι εγώ, παιδιά,
Για ν’ ακούσω ντόπια λύρα!
*
Κι αοιδούς μας λαϊκούς
Ήκουα που κελαδούσαν
Κι εμαγεύεσο ν’ ακούς
Την αγροτικήν των Μούσαν!
*
Με μια γλώσσα ζωντανή
Σαν κι εκείνην του Βασίλη
Είχαν μέλι στην φωνή
Μα και ζάχαρη στα χείλη!
*
Τους ευρήκα δυνατούς
Σαν στην γλώσσα των τσιαττίζαν
Μα τους εύρισκα φρικτούς
Όταν ελληνικουρίζαν!
*
Σαχλοί μου ’χανε φανεί
Μ’ αρλεκίνων πατσαβούρες
Που τη γλώσσα την αγνή
Νόθευαν μ’ ελληνικούρες!
*
Κι εβροντούσα δυνατά
Με της Μούσης την μπουμπάρδα:
Με φτιασίδια σαν κι αυτά
Γλώσσαν κάμνετε μπαστάρδα!
*
Μα με γλώσσαν αμιγή
Μ’ εγοήτευσαν εκείνοι
Κι είπα: στην δική μας γη
Νέοι θα νας βγουν Στασίνοι!
[Σημειώσεις : Ο γιατρός και δημοτικός σύμβουλος Νεοκλής Γ. Κυριαζής υπήρξε ο εισηγητής των ανανεωμένων, από το 1918, εκδηλώσεων του Κατακλυσμού στη Λάρνακα. / πόντε = η μεγάλη αποβάθρα της Λάρνακας / σαπριστί = Μα το Θεό! (από παραφθορά αντίστοιχης γαλλικής έκφρασης)].
Για τον επτανησιακής καταγωγής λαρνακέα γιατρό Παύλο Βαλσαμάκη (1802-1889) έγινε αναφορά και σε προηγούμενες αναρτήσεις (αρ. 3: “Η περιπέτεια ενός οδωνυμίου”, αρ. 46.: “Οικία Βαλσαμάκη”).
Ο Βαλσαμάκης, ένας από τους πολύγλωσσους και πιο μορφωμένους πολιτες της Λάρνακας, διέθετε σημαντική για την εποχή βιβλιοθήκη, που περιλάμβανε έλληνες κλασικούς, γάλλους διαφωτιστές και πολλά ιατρικά συγγράμματα στα λατινικά και στα ιταλικά.
Από τη βιβλιοθήκη Βαλσαμάκη, η οποία σε μεγάλο βαθμό έχει διασκορπιστεί, είναι το βιβλίο της φωτογραφίας που ακολουθεί (έκδοση του 1715, στο Leiden, Ολλανδίας), με ιδιόχειρη ένδειξη ιδιοκτησίας στο κάτω μέρος του εξωφύλλου: “Παύλου Βαλσαμάκη, ιατρού 1843”.

Ο τριανταδυάχρονος ιερομόναχος Λεόντιος Λεοντίου, ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Πάφου στέλλει στον εκπαιδευτικό και δημοσιογράφο Αντώνη Οικονόμου, στη Λάρνακα, την πιο κάτω επιστολή, λίγο πριν αναχωρήσει με διετή υποτροφία για θεολογικές σπουδές στις Η.Π.Α. Ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο στη Λάρνακα, κατά την περίοδο 1923-1926, είχε δημιουργήσει πολλούς δεσμούς με την πόλη.
Μετά τις σπουδές του και ενώ βρισκόταν στην Αμερική εξελέγη μητροπολίτης Πάφου, ως Λεόντιος Α΄. Ύστερα από τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄ υπηρέτησε ως τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου (1933-1947), ενώ αργότερα, μετά την εξορία του Μητροπολίτη Κιτίου Νικοδήμου, ανέλαβε και ως τοποτηρητής της μητρόπολης Λάρνακας. Στις 29 Ιουνίου 1947 έγινε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, έως το θάνατό του τριανταέξη μέρες αργότερα.


Ι. Μητρόπολις Πάφου 27/2/1928
Αξιότιμέ μοι φίλε κ. Α. Οικονόμου,
Η συγχαρητήριος επιστολή σας επί τη υποτροφία μου, η αποπνέουσα το ευωδέστατον άρωμα της αγνής αγάπης, η θερμοτέρα πασών, όσας έχω λάβει, η πλέον συγκινήσασά με και δια τούτο εναποτεθειμένη όπου φυλάττω τα τιμαλφή μου, ευρίσκετο πάντοτε επί του γραφείου μου έως του νυν, οπότε μετά την ανησυχίαν, εις ην με ενέβαλεν η αναβολή επί τριμηνον της υποτροφίας μου, εύρον την ηρεμίαν να επικοινωνήσω πάνυ ευχαρίστως μεθ’ υμών και να ευχαριστήσω υμάς δι’ όσα εγράψατε.
Ευγνωμονώ, φίλτατέ μου, δια τας καλάς σας περί εμού ιδέας και γνώμας και ομολογώ ότι η μεγίστη δι’ εμέ ενθάρρυνσις είναι η αγάπη των φίλων μου, όπως υμείς σεβαστών και αξιολόγων.
Ουδέποτε, πιστεύσατε, θα λησμονήσω υμάς, καίτοι απεμακρύνθην εκ Λάρνακος και καίτοι, Θεού βοηθούντος, θα ευρεθώ μετ’ ου πολύ μακράν της πατρίδος, της φίλης πατρίδος, δεν θα παραλείπω δε ευκαιρίαν από του να σας ενθυμούμαι μετά της μεγαλυτέρας θέρμης.
Εις τους δεινούς του βίου αγώνας και τας τρικυμίας, ας συνεπάγεται η προσπάθεια προς πρόοδον τοιαύται αναμνήσεις είναι ουχί μόνον ευχάριστοι, αλλά και λίαν εποικοδομητικαί.
Λίαν λοιπόν υπόχρεως,
διατελώ
μετά πάσης τιμής
Υμέτερος
Λεόντιος Λεοντίου.
Υ.Γ. Σας συγχαίρω δια την συγγενή σας διδασκάλισσαν Έμπας· είναι τω όντι αξία συγχαρητηρίων· και εκ πρώτης όψεως εξετίμησα αυτήν, αλλ’ ήλθε και η γενική ομολογία των χωρικών να επιβεβαιώση την ατομικήν μου γνώμην.
Παρακαλώ χαιρετίσατε εκ μέρους μου τους εν Λάρνακι αγαπώντάς με και τους ενδιαφερομένους υπέρ εμού.
idem.
[Σημειώσεις: Η δασκάλα που αναφέρεται στο υστερόγραφο είναι η Ευανθία Β. Παπανδρέου. / idem=ο ίδιος].
Ο δικηγόρος Ευάγγελος Π. Χαζηιωάννου (1870-1944), από τη Λάρνακα, μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου (1906-1916), εκδότης τοπικών εφημερίδων, και δήμαρχος της πόλης (1914-1917), υπήρξε μια από τις πιο “ανήσυχες” προσωπικότητες της εποχής του.
Πολέμησε ως εθελοντής στην επανάσταση της Κρήτης, αλλά και στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 όπου και τραυματίστηκε. Ο τραυματισμός του δημιούργησε πρόσθετες συμπάθειες στην κοινωνία της Λάρνακας, η οποία αμέσως κατόπιν τον ανέδειξε στο αξίωμα του πρώτου πολίτη της. Αργότερα δραστηριοποιήθηκε στην Αβυσσηνία και πέθανε στην Αθήνα όπου είχε τελικώς εγκατασταθεί.
Πιο κάτω, φωτογραφία του, δημοσιευμένη το 1913 σε αθηναϊκό περιοδικό της εποχής, όταν μετά τον τραυματισμό του νοσηλευόταν σε νοσοκομείο στην Αθήνα.

Στις 6 Αυγούστου 1980, λιγότερο από δέκα μήνες μετά τη βράβευσή του με Νομπέλ Λογοτεχνίας, ο Οδυσσέας Ελύτης επισκέφθηκε τη Λάρνακα, τιμήθηκε από τον Δήμο Λάρνακας και σε σύντομη δεξίωση συναντήθηκε με τους συγγραφείς της πόλης. Από το σύντομο πέρασμα του ποιητή είναι οι δύο φωτογραφίες που παρουσιάζονται εδώ
Στην πρώτη, ο δήμαρχος Λάρνακας Λεωνίδας Κιούπης, παρουσία και του ποιητή Λούη Περεντού υποδέχεται τον Οδ. Ελύτη στα σκαλιά του (σήμερα κατεδαφισμένου) δημαρχείου της Πόλης.
Η κλασική “οικογενειακή” φωτογραφία της συνάντησης
[Πρώτη σειρά (από αριστερά): 1. Νίκος Καρύδης (Εκδόσεις Ίκαρος), 2. Τούλα Χαραλάμπους, 3. Έλενα Βαρλαάμ-Μιχαηλίδου, 4. Οδύσσέας Ελύτης, 5. Λεωνίδας Κιούπης (Δήμαρχος), 6. Παύλος Λιασίδης, 7. Κωστάκης Κακούλας, 8. κα Π. Λιασίδη
Δεύτερη σειρά: 1. Χριστόφορος Κελίρης, 2. Παύλος Σεμελίδης, 3. Χρήστος Κάρμιος, 4. Κωστής Κωστέας, 5. Χρυστάλλα Κουλέρμου, 6. Χριστόφορος Παπαχρυσοστόμου.
Τρίτη σειρά: 1. Μιχ. Σ. Τρέππας, 2. Φοίβος Σταυρίδης, 3. Λούης Περεντός, 4. Σάββας Χαλλούμας, 5. Κώστας Κατσώνης.
Τέταρτη σειρά: 1. Θεόδωρος Β. Οικονόμου (Δημοτικός Γραμματέας), 2. Έπαρχος Λάρνακας, 3. Στέφανος Ζυμπουλάκης, 5. Πάτροκλος Σταύρου, 6. Γιώργος Μολέσκης, 7. Νίκος Νικολάου].
Κυκλοφόρησε από τον Δήμο Λάρνακας το βιβλίο του Γιώργου Γεωργή, Η Λάρνακα των Μαυροΐδηδων και του Εμπορίου, 1878-1937. Σπουδές και προσεγγίσεις στη μικροϊστορία μιας πόλης. Στη μονογραφία του ο συγγραφέας, καθηγητής νεότερης Ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και έως πρόσφατα Πρέσβης της Κύπρου στην Ελλάδα, παρουσιάζει την ιστορία της οικογένειας Μαυροΐδη και τη συμβολή της στην εμπορική και κοινωνική ζωή της Κύπρου, ειδικότερα δε της Λάρνακας όπου είχε την έδρα της.
Ο επτανήσιος γενάρχης της οικογένειας, Ιωάννης Λοΐζου Μαυροΐδης, εγκαθίσταται στη Λάρνακα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και για περίπου ένα αιώνα η οικογένειά του πρωτοστατεί σε ποικίλες επιχειρηματικές δραστηριότητες (εμπορικές, ναυτιλιακές, ασφαλιστικές, κ.ά.) πλήρως ενταγμένη στην κυπριακή κοινωνία μέσω επιγαμιών με άλλες γνωστές οικογένειες του τόπου. Ο τελευταίος επιφανής γόνος της, ο ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης (1912-2003), έζησε και δημιούργησε στην Αθήνα.
Ο Γιώργος Γεωργής, έχοντας αναδιφήσει εξαντλητικά τον κυπριακό τύπο της εποχής, παράλληλα με γόνιμη έρευνα στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, έχει όλα τα εφόδια να παρουσιάσει πλήρη εικόνα της ιστορίας μιας σημαντικής οικογένειας της Λάρνακας στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικο-οικονομικής ζωής του τόπου. Το κείμενό του διαθέτει αρετές αφήγησης ώστε η παράθεση στοιχείων και γεγονότων να προσφέρεται για ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Παραμένει όμως και ως μία σημαντική συμβολή στην προσωπογραφία και οικονομική ιστορία του τόπου από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τον μεσοπόλεμο (20ός αιώνας).
Ο Έρμαν Ζιρίκοβιτς (1905-1959) και ο Αρίσταρχος Δημητρίου (1904-1979), από τη Λάρνακα, κατά την περίοδο 1930-1969 είχαν πλούσια μουσική δραστηριότητα στην πόλη αλλά και σε ολόκληρη την Κύπρο. Ο πρώτος ως εξαίρετος βιολιστής, ο οποίος διέθετε αξιόλογη ελαφρά ορχήστρα, και ο δεύτερος ως δεξιοτέχνης της χαβάγιας.
Συνομήλικοι και φίλοι, πολύ συχνά συνεργάζονταν σε διάφορες εκδηλώσεις που αφήκαν εποχή. [Οι φωτογραφίες και το αρχειακό υλικό που ακολουθεί εξασφαλίστηκαν με τη βοήθεια Λούη Περεντού].
Νεανική φωτογραφία των Έ. Ζιρίκοβιτς (αριστερά) και Αρ. Δημητρίου (δεξιά)

Έ. Ζιρίκοβιτς (δεύτερος από αριστερά) και Αρ. Δημητρίου (τρίτος από αριστερά), και μέλη ορχήστρας


Τέσσερις γνωστές προσωπικότητες “ποζάρουν” για φωτογραφία στο στούντιο του φωτογραφείου Glaszner στη Λάρνακα, το 1924
Από αριστερά:
1. Παναγιώτης Κυδωνόπουλος, φιλόλογος στο Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας (1923-1924) και στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου (1924-1949)
2. Δημητράκης Τσέπης, Ανώτερος κτηματολογικός υπάλληλος και αθλητικός παράγων της πόλης.
3. Ιωάννης Συκουτρής, φιλόλογος (1922-1924) στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας. [βλ. και κείμενο αρ. 25]
4. Νεοκλής Γ. Κυριαζής, γιατρός, ιστοριοδίφης, εκδότης του περιοδικού Κυπριακά Χρονικά. [βλ. και κείμενα αρ. 12, 53, 120].

Ο Χριστόδουλος Κουππάς (1845-1918), εκδότης της σκαλιώτικης εφημερίδας Ένωσις, ο οποίος έγραφε και σατιρική ποίηση, διαβάζει τον Μάρτιο του 1901 έμμετρο στιχούργημά του κατά τα εγκαίνα του Νέου Θεάτρου “Απόλλων” του Ξενοφώντος Αντωνιάδου.
Ο χώρος, ο οποίος είχε ανακαινιστεί και επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως θέατρο, φαίνεται ότι παλαιότερα ήταν σταύλος και για τον λόγο αυτό ο Κουππάς βρήκε την ευκαιρία να σατιρίσει το γεγονός με σχετικούς στίχους.
[Η φωτογραφία του Χρ. Κουππά παραχωρήθηκε από τον Λούη Περεντό].
[Η πρώτη σελίδα του χειρογράφου]
Με λίγα λόγια θα σας πω περί τούτου του τόπου,
δεν θα κουράσω δε υμάς δια μεγάλου κόπου.
Έχομεν την παράστασιν που θα γινεί απόψε,
και δεν θέλω να μου ειπεί κανείς τον λόγον κόψε.
Αλλά αφού εγκαίνια όλοι εδώ τελούμεν,
θέλω να είπω κάτι τι ολίγον να γελούμεν.
Μουσόληπτον το θεωρώ εδώ τούτο το μέρος,
και δύο λόγια θα ειπώ, γι’ αυτό κι εγώ εγκαίρως.
Εδώ σωστά που στέκομαι, ήτο άλλοτε βήμα
όπου τρανοί Καθηγηταί είπασιν κάθε ρήμα.
Επίσης και Πολιτικοί, Πρόξενοι ωμιλήσαν,
οι τοίχοι εδώ, τα μάρμαρα ν’ ακούουν συνηθίσαν.
Δασκάλοι και δασκάλισσες είπαν απείρους λόγους
ο κάθε ένας με σειράν κατά τους καταλόγους.
Όπως εξήγησα λοιπόν, αυτό εδώ το μέρος,
πάντα είναι μουσόληπτον χειμώνα και το θέρος.
Αλλ’ ας αφήσωμεν τωρά, όπου ανακαινίσθη,
κι ας έλθωμεν εις εποχήν προτέραν που εκτίσθη.
Σταύλος πολλών κτηνών ήτο, μούλων τε και γαδάρων,
στες πάχνες των κατά σειράν φοράδων και αππάρων.
Εδώ λοιπόν ηκούετο κάθε φωνή και φθόγγος,
φοράδων ο σσισσινισμός και των γαδάρων όγκος.
Με πάσον που συνώδευεν, αρμονικώς, ευθέτως,
εκείνο που γνωρίζετε… που βγαίνει αντιθέτως.
Με κόντρα-πάσο εγίνετο τέχνην και ποικιλίαν,
των τετραπόδων μουσικήν, μεγάλην συναυλίαν.
Τώρα ημείς τα δίποδα ζώα, σ’ αυτόν τον τόπον,
τα άλλα διεδέχθημεν, χωρίς μεγάλον κόπον.
Να τ’ αντικαταστήσωμεν στην μουσικήν επάνω,
με την κιθάραν, το βιολί, κι ακόμη με πιάνο.
Η μεταξύ μας διαφορά είναι ολίγη, φίλοι!
μόνον ολίγη εις τ’ αυτία και κάπως εις τα χείλη.
Εκείνα έχουν τέσσερα πόδια, καλά στημένα,
κι εμείς μόνον έχομεν δυο, κι εκείνα ’ποσταμένα.
Αυτή είναι η διαφορά, κι εις τα μυαλά κομμάτι,
και μολαταύτα εις πολλούς χρειάζεται αλάτι.
Πρώτος, σας βεβαιώ, εγώ έχω πολλήν ανάγκη,
Τούρκοι, Ρωμιοί χρειάζονται, ακόμη και οι Φράγκοι.
Πόσον είναι ζευζέκηδες κι εκείνοι δεν γνωρίζουν
πως τα μυαλά των πάντοτε σαν άνεμος βουΐζουν.
Αυτά εις τα εγκαίνια ηθέλησα να είπω,
προφορικώς ν’ ακούσετε, αλλ’ όχι κι εις τον Τύπο.
Ιδού λοιπόν τελείωσα, παύω και την φωνήν μου,
ουχί όμως γαδουρινήν, αλλά ανθρώπινήν μου.
Ας σιωπήσω, φθάνει με, μήπως κανείς νομίζει
ότι κανένας γάδαρος έμεινε κι αγκανίζει.
Να είσθε όλοι Σας καλά, εύχομαι εκ καρδίας,
τόσον στους άνδρας, στα παιδιά, όσον και στας κυρίας.
[O Χριστάκης Πουρίνος, γνωστός εύθυμος “τύπος” της Λάρνακας (βλ. και κείμενο αρ. 102) σε ιστορία του με τίτλο “Πρώτος παρατηρητής” σατίριζε τα “κατορθώματά” του στην υπηρεσία προστασίας της πόλης από πιθανές αεροπορικές επιδρομές (Αεράμυνα). Ο Γεώργιος Π. Αραδιππιώτης, δικηγόρος και πρώην δήμαρχος Λάρνακας, που και αυτός διέθετε πλούσιο χιούμορ ―είχε γράψει και νούμερα επιθεωρήσεων που ανεβάστηκαν στη σκηνή κατά τη διάρκεια του Β΄ παγκόσμιου Πολέμου― ετοίμασε σατιρικό επικήδειο για τον “ηρωα” Πουρίνο. (Μετά την παρουσίαση του χειρογράφου ακολουθεί και έντυπη μεταγραφή του)].



Εδώ κείται ο τετιμημένος νεκρός καλυμμένος με δάφνας τα οποίας έδρεψε μέσα εις τα χαρακώματα και τας οποίας εδρόσιζε ο ιδρώς της αγωνίας και του τρόμου του, τον ελίπανε η κόπρος, ην παρήγε άφθονον οσάκις ίπταντο αεροπλάνα υπεράνω της πόλεως ην μέχρι του θανάτου και της ερημώσεως υπερήσπιζε.
Πόσον υπήρξεν ατυχής εις έμπνευσιν ο ανάδοχός του· έπρεπεν να ονομασθεί Γολιάθ, Αίας, Άτλας, Ναπολέων, Ουέλλιγκτον, Αλέξανδρος και όχι να λάβει το ήμερον χριστιανικόν όνομα Χριστάκης. Αλλ’ ας είναι, κάποτε τα ονόματα ευρίσκονται εις τελείαν αντίθεσιν με τον χαρακτήρα, το κάλλος, την ρώμην και την ανδρείαν του ατόμου.
Εισήρχετο εις τα χαρακώματα, οσάκις η πατρίς τον εκάλει, με ταχύτητα κονίκλου ειθισμένου να κινείται με πάσαν ευκολίαν εις τα ανήλια υπόγεια, αν και ο ήρως τον οποίον κηδεύομεν σήμερον είχε μάλλον την γενναιότητα λαγωού.
Τον βλέπω να παρελαύνει ενώπιόν μου με τον σιδηρούν πίλον του, τον οποίον είμαι βέβαιος, ότι εχρησιμοποίησε αυτόν οσάκις η ανάγκη τον εκάλει, και έρχονται εις την μνήμην μου οι ήρωες του Τρωϊκού πολέμου με τα κράνη των, οι σιδηρόφρακτοι ιππόται του Μεσαίωνος, ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Κολοκοτρώνης με την περικεφαλαίαν των. Μάλιστα κύριοι, και αυτός ήτο δειλός με περικεφαλαίαν.
Και συ μήτερ μη κλαίεις δια το τέκνον σου, όπως η Κορνηλία η μήτηρ των Κράκχων. Ο υιός σου θα ζει εις τον αιώνα. Περνούν τώρα ενώπιόν του και τον χαιρετούν οι ήρωες των αιώνων. Ιδού, τον εναγκαλίζεται ο Δον Κιχώτης, τον φιλεί ο Ταρταρίνος και του σφίγγει δυνατά το χέρι ο Σκαλιώτης Σπανιόλος. Μη κλαίεις, μήτερ, ιδού τον εισέρχεται θριαμβευτικώς εις το Πάνθεον δια να ετοιμάσει θέσιν δι’ άλλους ήρωας συστρατιώτας του και άλλους εκλεκτούς Λαρνακείς.
Κοιμού ένδοξε νεκρέ, συ ο οποίος υπήρξες το δεξί χέρι του Κλούνις, τα αριστερό χέρι του Ζηνωνή, το δεξιό πόδι του Μουράτ, το αριστερό πόδι του Wideson.
Κοιμού, ανδρείε, συ ο οποίος υπήρξες η άμυνα της πόλεως, η έμπνευσις και η ενθάρρυνσις του Βυρωνή, του Μιχαλάκη Χαχολιάδη, του Μικελλίδη, του Μίκη του Χατζημιχάλη, πραγματικώς ασκός πλήρης αέρος, δια την αεράμυναν της πόλεώς σου.
Γαίαν έχοις ελαφράν, όπως ελαφρός υπήρξες καθ’ όλον σου τον βίον.
Επί του τάφου σου αξίζει να γραφεί εκείνο το οποίον εχαράχθη εις τον τάφον του ισπανού ήρωος Δον Κιχώτη:
Ενθάδε κείται ήρως μεγάφρων και προσηνής, μη, διαβάτα, τούτου την φήμην ψέξει κανείς. Εάν δεν ήτο ο χαριέστερος των τρελλών θα εθρυλείτο ως και του φρονήματος υπερβαλών.
[Πρόσωπα αναφερόμενα στο κείμενο: Roberτ Ross-Clunis, Ζήνων Δ. Πιερίδης, Edmund Murat, Οδυσσέας Ευρυβιάδης (Wideson), Βύρων Χαχολιάδης, Μιχαλάκης Χαχολιάδης, Αντώνης Μικελλίδης, Μίκης Χατζημιχάλης. ―Οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από τον Λούη Περεντό].
