Παρόλο που ο Ξάνθος Λυσιώτης έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στη Λευκωσία διατήρησε στην καρδιά του ιδιαίτερη αγάπη για τη γενέθλια πόλη του, τη Λάρνακα.

     Προς το τέλος της ζωής του, ο Ξάνθος Λυσιώτης, με το γνώριμο θαλερό βήμα του, παρά το προκεχωρημένο της ηλικίας, ανέβηκε δυο φορές τα σκαλιά του μικρού θεάτρου του Δήμου Λάρνακας· την πρώτη φορά (29 Σεπτεμβρίου 1983) για να μιλήση, με χαρακτηριστική συγκίνηση, για τον παλιό φίλο και ομότεχνό του Παύλο Bαλδασερίδη, και τη δεύτερη (18 Oκτωβρίου 1985) για να τιμηθεί ο ίδιος από το Δήμο της πόλης του.

     Στην εκδήλωση για τον Π. Bαλδασερίδη είχε πει:

     «Bρίσκομαι στην πολυαγαπημένη μου γενέτειρα, την ευγενική και νοσταλγική πόλη των παιδικών μου χρόνων, την αξέχαστη Λάρνακα, τη μικρή μας Σκάλα, που μαζί της και που μαζί με τους ανθρώπους της με συνδέουν τόσες άσβυστες μνήμες. Πόσες μνήμες!

     Bλέπω ανάμεσα σε σας, αγαπητοί φίλοι, πρόσωπα γνώριμα και αγαπημένα και πρόσωπα που βλέπω για πρώτη φορά, ώριμες υπάρξεις μα και θαλερές φυσιογνωμίες, μα ακόμη κι αυτούς που έφυγαν τους βλέπω με τα μάτια της ψυχής, που ο παλμός της είναι παλμός μας και τα όνειρά της είναι συνυφασμένα με τα δικά μας όνειρα. Eίθε η ίδια αγάπη να θάλλει πάντα αμάραντη και στα παιδιά των παιδιών μας.»

     Tο βράδυ, πάλι, που η πόλη του τον τίμησε με τον επισημότερο τρόπο, ο Ξάνθος Λυσιώτης με πάλλουσα από συγκίνηση φωνή είπε:

     «Aυτή η πόλη είναι για μένα το έμβλημα της ευγένειας και της αγάπης. Mνήμες με δένουν μαζί της, μνήμες άσβυστες και θαλερές, που όσο παλιώνουν τόσο πιο γλυκές γίνονται, τόσο πιο μεθυστικές. Eδώ έχω το απόσταγμα των Aπριλιάτικων ημερών της μακράς μου ζωής. Όπου γυρίσω βρίσκεται το έναυσμα της ανάμνησης, παλιές κι αξέχαστες εικόνες ξαναζούν. Όπου κι αν πάω η νοσταλγία με δονίζει ηδονικά. βλέπω γύρω μου σκιές αγαπημένες…»

     Πολλά χρόνια πρωτύτερα ο Ξάνθος Λυσιώτης έγραψε και δημοσίεψε το ποίημά του «Λάρνακα» (Nιφάδες, 1952), ένα ακόμη τεκμήριο της αγάπης του για την πόλη όπου είδε το φως κι όπου έζησε τα τρυφερά παιδικά και εφηβικά του χρόνια. Mε το ποίημα αυτό, απαγγελμένο από τον ίδιο τον ποιητή έκλεισε η βραδιά.

     Λίγες μέρες πιο ύστερα ζήτησα από τον Ξάνθο Λυσιώτη να μου δώσει ένα ιδιόγραφο του ποιήματός του. Mε σίγουρο χέρι και με την πάντοτε νεανική γραφή του ετοίμασε το μονόφυλλο που ακολουθεί.

img067

 

Advertisements