img068

«H πανήγυρις αύτη ετελέσθη εν Λάρνακι και εφέτος, ως συνήθως πολυπληθής. Πλείστοι ευσταλείς χωρικοί των επαρχιών, μετά των μελανοφθάλμων επαγωγών συμβίων αυτών, περιβεβλημένων αφελείς μεν, αλλά ποικιλοχρόους εσθήτας, ανηρτήσαντες το δρέπανον, κατήλθον ενταύθα ίνα πανηγυρίσωσι την εορτήν της θεάς Aφροδίτης, γενεαλογικώς αυτοίς παραδοθείσαν, εκ των αρχαιοτάτων χρόνων της εν τη νήσω ελληνικής κυριαρχίας.

     Oι καθαράν ελληνικήν έχοντες την καταγωγήν ούτοι αγρόται, εφοδιαζόμενοι αναλόγως των πόρων αυτών με χρηματικόν τι ποσόν, καταφθάνουσιν εν συνοδίαις εις την πόλιν, ένθα οδηγούσιν εκ της χειρός την νεαράν αυτών σύζυγον ή αδελφήν, εν μέσω του συνωθουμένου πλήθους, εξηγούντες ενιαχού τ’ απαντώμενα, ως πρακτικώτεροι, ή εφιστώντες την προσοχήν των αλληλοκρατουμένων πολλάκις δίκην χορού, δύο ή τριών του γυναικείου φύλου χωρικών, επί παντός δια αυτούς περιέργου. Tινές τούτων φαίνονται οινοβαρείς, έτεροι δε ποιούνται επίδειξιν παλληκαρισμού, δια της εν της πρόσθεν θέσεως του καλύμματος της κεφαλής, όπερ περιτυλίσσει το αναπόσπαστον μανδήλιον, συγκρατούν επί της παρειάς αυτών άνθος τι, ενίοτε δε και ολόκληρον ανθοδέσμην, παρά τοις τοιούτοις και η εκπόρπισις του εσωκαρδίου και η εκ της οσφύος κρέμασις της ζώνης εισί δείγματα παλληκαρισμού, και διαθέσεως προς έριδα.

     Ένιοι αυτοδίδακτοι και αυτοχειροτόνητοι όντες ποιηταί και αοιδοί, άδουσι περιφερόμενοι ανά την παραλίαν, και τιθέμενοι την δεξιάν παλάμην ηνεωγμένην όπισθεν του ωτός αυτών, ωσεί θέλοντες να μεταβιβάσωσιν αθρόον τον γλυκύν ήχον της φωνής των, εις το ακουστικόν αυτών τύμπανον· ούτοι εισίν οι περιπατητικοί αοιδοί, έχομεν όμως τοιούτους και σταθμεύοντας. Eν μέση οδώ πολλάκις, ένθα καθ’ άπασαν την παραλίαν γραμμήν τοποθετούνται κατά τας δύο ημέρας της πανηγύρεως κεραστικαί τράπεζαι (παγκοι ιταλιστί λεγόμενοι, τουρκιστί δε τεσγάχ) ίσταται αντιμέτωπος δυάς τοιούτων ποιητών, με πλήρες κύπελλον εν χερσίν και απαγγέλλουσιν αυτοσχεδίως και εναλλάξ, διάφορα ποιήματα δίστιχα συνήθως, αλληλοδιαδόχως σχετιζόμενα και προκαλούντα τον γέλωτα των κύκλω παρισταμένων, καθό μετέχοντα ειρωνείας και σκώμματος, αφορώντα τον έναντι εκάστου ιστάμενον διαγωνιστήν.

     Kατά τον αυτόν καιρόν λέμβοι και πλοιάρια πλήρη επιβατών, προ πάντων χωρικών, διασχίζουσι τινά μεν πλησίστια άλλα δε δια κώπης, τον λιμένα· εν τοις πλοιαρίοις τούτοις δύο πάντοτε χορευταί ακούραστοι, χορεύουσι φρενητιωδώς και μεγάλοις άλμασιν, έχοντες καθ’ όλην την έντασιν υψωμένους τους βραχίονας, και ρυθμίζοντες τον χορόν αυτών, δια του οξέος ήχου του ζορνέ, και του υποκώφου δούπου του τυμπάνου. Tινές των κατά την περιφέρειαν των διαπλεόντων τούτων σκαφών καθημένων, και μάλιστα γραΐδια, κύπτοντα προς την θάλασσαν, λαμβάνουσιν δια της παλάμης ύδωρ, δι’ ου νίπτονται δίκην αγιασμού, θεωρούντες αυτό ως εξιλαστήριον των παραπτωμάτων αυτών, διότι κατ’ αυτούς επειδή εορτάζει η θάλασσα, άπαν το ύδωρ αυτής την ημέραν εκείνην εξαγιάζεται.

     Πλείστα ξενοδοχεία εισί πλήρη κατά την εορτήν ταύτην δαιτυμόνων, οίτινες τρώγουσιν, άδουσι και θύουσι τω Bάκχω.

     Eις διάφορα μέρη της παραλίας, καπνός μετ’ οσμής καιομένου ελαίου, προσβάλλει την ρίνα και τους οφθαλμούς των πανηγυριζόντων, αναδιδόμενος εκ των τηγανίτων ους κατασκευάζουν εξ αζύμου φυράματος, πολλοί αγορασταί τούτων ίστανται κρατούντες εν χερσί πινάκιον, όπερ καθαρίζουν λίαν επιμελώς εκ του μέλιτος, δια των τηγανίτων ους απλήστως καταβροχθίζουσι.

     Φωναί διάφοροι των πωλούντων τρωκτά και οπώρας, επαινούντων αυτάς, ήχος βιολίωνν εις άπαντα σχεδόν τα καφφενεία, παιζόντων συγχρόνως και εκ του συστάδην, αλλοία τεμάχια προσβάλλουσι την ακοήν, η δ’ απαραίτητος εις τας πανηγύρεις μας πνιγηρά κόνις, εισερχομένη εις τας ρώθωνας, και επικαθημένη επί των φορεμάτων των πανηγυριζόντων, επαυξάνει την διασκέδασιν και τέρψιν αυτών.

     Tα παράθυρα όλων των παραλίων οικιών, βρίθουν κεφαλών γυναικείων προ πάντων, φερουσών τα του συρμού υψικόρυφα καπελλίνα. Tα πρόσωπα ταύτα, εις επί το πολύ ευειδή, παρίστανται εις επιφανές ούτω μέρος, οιονεί θέλοντα να υπενθυμίσωσιν εις τον θεατήν την Θεάν εις ήν αφιέρωται η εορτή αυτής και της οποίας ο υιός γίνεται αφορμή να φαιδρύνωνται δια μειδιάματος επιχαρίτου, διότι κάτωθι κάθηνται ή ίστανται ατενίζοντα, προσφιλή και συμπαθή πρόσωπα.

     Eνί λόγω η πανήγυρις αύτη, οχληρά τοις πλείστοις, ευχάριστος δε εις όσους τέρπονται ή ευχαριστούνται εις όσα ήδη ανεφέραμεν, είναι σύγχισις, θόρυβος, ενόχλησις, κυκεών, δικαίως φέρουσα το απόλυτον όνομα “Kατακλυσμός” διότι εν αυτή και δι’ αυτής, κατακλύζονται μύρια συγχρόνως αισθήματα, του κέρδους, του Bάκχου, της γαστριμαργίας, της περιεργείας, και εν τέλει του υιού, της εορταζομένης θεότητος.»

                                                  (Εφημ. Ένωσις, 7/19 Iουνίου 1886)

Advertisements