saripolos

Ο νομικός Νικόλαος Ι. Σαρίπολος (1817-1887), καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθήνων και προσωπικότητα με μεγάλη επιστημονική και πολιτική συμβολή στη νεότερη ελληνική ιστορία (ως πληρεξούσιος της Εθνικής Συνέλευσης υπήρξε εισηγητής του Συντάγματος του 1864) στο έργο του Αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα, το οποίο εξεδόθη το 1889, μετά τον θάνατό του, περιγράφει τη δραματική διαφυγή της οικογένειάς του και του ίδιου από τη Λάρνακα, κατά τις τουρκικές διώξεις που ακολούθησαν την εκατόμβη της 9ης Ιουλίου 1821. Το σχετικό απόσπασμα δίνεται πιο κάτω.

Εγεννήθην εν Λάρνακι της Κύπρου εκ πατρός μεν Ιωάννου Σαριπόλου, μητρός δε Χρυσηΐδος Ιωάννου Πελεντρίδου, την 13 Μαρτίου 1817. Ο πατήρ μου ην εκ των μάλα ευπόρων εμπόρων των εκ του εμπορικού συστήματος Bαρατλίδων μεγαλεμπόρων του υπό του Σουλτάνου Σελήμ του Γ΄ εν έτει 1806 συσταθέντος. [Του πατρός μου το όνομα Γιαννάκης Σαρίπογλους, ως και το του προς μητρός πάππου μου Ιωάννης Πελεντρίδης μνημονεύονται εν σελ. 520 του Λογίου Ερμού του έτους 1820, ως ανδρών φιλοκάλων και τιμώντων την αρετήν και παιδείαν, άτε συνδραμόντων γενναίως εις την σύστασιν της εν Λεμησσώ σχολής, ην διηύθυνε τότε ο μετά ταύτα και εμού γενόμενος διδάσκαλος Δημήτριος Θεμιστοκλής. Το όνομα Σαρίπογλους έφερον και εγώ μέχρι του θανάτου του πατρός μου, είτα δ’ αποβαλών την βαρβαρόφωνον κατάληξιν εξελλήνισα το όνομα λαβών ως σύμβολον το υπό του Θεοφράστου (Ιστορ. Φυτ. Γ΄, 9) περιγραφόμενον φυτόν Σάρι. Όθεν Σαρίπολος ο το Σάρι επιμελούμενος]. Η γέννησίς μου παρ’ ολίγον απέβαινε θανάτου τη μητρί μου αιτία, διότι επί έξ όλας ώρας μέχρι μέσου μετώπου εξέκειτο η κεφαλή, ο δε τοκετός εδυσχέραινεν, εφ’ ω και δια πολύν καιρόν κατά την βρεφικήν μου ηλικίαν, οίός τις στέφανος, ερύθημα εφαίνετο επί του μετώπου μου· αλλ’ εσώθη η μήτηρ μου και επτά άλλα τέκνα μετ’ εμέ έτεκεν· ήτοι τον Παύλον τον Οκτώβριον του 1818, την Μαρίαν την 27 Ιουλίου 1820, τον Θρασύβουλον την 26 Νοεμβρίου 1821, τον Πελοπίδαν την 25 Νοεμβρίου 1823, την Πολυξένην την 13 Δεκεμβρίου 1824, την Πηνελόπην τον Μάιον του 1826 και τελευταίον τον Αριστείδην, ου και ανάδοχος εγώ αυτός εγενόμην τον Ιούνιον του 1828, αλλ’ άπαντα κατά την οδοντοφυΐαν απεβίωσαν εν Τεργέστη πλην του Παύλου εν Κύπρω αποβιώσαντος· ώστε πρωτότοκος εγώ, μονογενής κατέστην μετά τον θάνατον των εμών αδελφών.

     Εκραγείσης της ιεράς των Ελλήνων επαναστάσεως κατά Μάρτιον του 1821, και του Σουλτάνου δικαίως υποβλέποντος πάντας τους προύχοντας και μεγαλεμπόρους τους από του συστήματος των Βαρατλιδών, γενικήν κατ’ αυτών προγραφήν ο δεσπόζων απήγγειλεν· εφ’ ω και ο πατήρ μου έμελλε την 10 Ιουλίου 1821 να συλληφθεί και σφαγεί ει μη, έτοιμος να μεταβεί, Κυριακής ούσης, εις την εκκλησίαν, ειδοποιείτο παρά του ιατρού Κωνσταντίνου Βαλσαμάκη, περί των εν εκκλησία γενομένων των λοιπών Βαρατλίδων συλλήψεων, και διεσώζετο εν τω οίκω τού και αναδόχου αυτού Προξένου της Δανίας τότε εν Κύπρω, Κωνσταντίνου Γάνου Κεφαλλήνος Έλληνος. Άπασα όμως η του πατρός μου περιουσία εδημεύθη, και πατήρ αυτού Μιχαήλ μετά της μητρός Αιμιλίας εφυλακίσθησαν· μόλις δε μεθ’ ικανών μηνών φυλάκισιν την εαυτών ανέλαβον ελευθερίαν, της δε φυλακίσεως ταύτης αι συνέπειαι και τον θάνατον αυτοίς επήνεγκον. Ωσαύτως δε και ο προς μητρός μοι πάππος Ιωάννης Πελεντρίδης, ο πρώτος και πλουσιότατος απάντων των της Κύπρου προυχόντων, Βαρατλής ων, συνελήφθη και εφυλακίσθη, εσώθη δε βαρύτιμα μεν λύτρα εκτείς, ιδίως δε τη προστασία του τω Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου υπουργούντος Βογόζ Βέη, αρχαίου τω πάππω μου φίλου, προς τον των καταλαβόντων την Κύπρον Αιγυπτίων στρατευμάτων αρχηγόν Σαλήχ-Βέην θερμώς συσταθείς.

     Ο πατήρ μου έμπορος ων έτυχεν έχων εν τω της Λάρνακος λιμένι δύο υπό φόρτωσιν πλοία· εις το έτερον τούτων υπό σημαίαν αυστριακήν, και δια Τεργέστην νεναυλωμένον, είχεν ήδη περί το τρίτον του φορτίου εισβιβάσει· εν τούτω και διεσώθη εις ναύτην μεταμφιεσθείς, τον πώγωνα και τον μύστακα ξυρίσας, και ανυπόδητος επ’ ώμων κόφινον φέρων. Η δε λοιπή πάσα περιουσία αυτού εν εμπορεύμασιν υπέρ τα τετρακισμύρια ισπανικά τάλληρα, κατά τον εν τέλει του 1820 έτους γενόμενον ισολογισμόν, αναβαίνουσα, μεθ’ όλων των ακινήτων εδημεύθη.

     Και ούτω μεν ο εμός εσώθη πατήρ. Οι δε Τούρκοι δεινήν συνέλαβον βουλήν όπως αναγκάσωσιν αυτόν ίνα παραδοθεί· ην δ’ αύτη όπως συλλάβωσιν εμέ τετραετές μόλις βρέφος, την μητέρα και αδελφήν μου Μαρίαν. Εφ’ ω αίφνης κρούουσι του οίκου την θύραν· η μήτηρ μετά της θηλαζούσης αδελφής ην εν τοις ανωγαίοις του οίκου, εγώ δ’ εν τω κήπω έπαιζον· θείός τις μοι εμβάλλεται φόβος επί τω ακούσματι του παρά την θύραν πατάγου, εν αγνοία δε πάντων των εν οίκω και αυτής της μητρός, υπό μεγάλην τινά στιβάδα καυσίμων ξύλων εκρύβην. Εισέρχονται οι απηνείς διώκται, πάντα τον οίκον διερευνώσιν από του υπογείου μέχρι του υπερώου, από των εμπορικών αποθηκών μέχρι των αποπάτων· εκράπτουσι του βάμβακος τους σάκους, ως και τους της μετάξης και ερυθροδάνου· εξετάζουσι τους πίθους και τους κάδους του οίνου, μόνον τον κρυψώνα εν ω η Θεία Πρόνοια με ωδήγησε δεν ευρίσκουσι· βασανίζουσι την μητέρα μου, όπως μαρτυρήσει πού μ’ έχει κεκρυμμένον, η δ’ αθλία μήτηρ μου αγνοούσα πού ειμι παρ’ αυτών των αγρίων με ζητεί· αικίζουσι τους υπηρέτας, αλλά και ούτοι εν πλήρει αγνοία διατελούσι· δις και τρις και πολλάκις επαναλαμβάνουσι τας ερεύνας οι θηριώδεις ζητηταί, μάτην εζήτουν· τέλος βαρυνθέντες απέρχονται εγκαταλιπόντες την μητέρα θρηνούσαν την απώλειαν του υιού της· ο Θεός όμως, όστις διέσωσεν αυτόν, γλυκυτάτην τη επεφύλαττε και ταχείαν την παραμυθίαν. Μόλις ησύχασαν των αγρίων διωκτών αι φωναί, της δε μητρός μόνης οι ολοφυρμοί και προς τον Ύψιστον δεήσεις ηκούοντο, εξήλθον εγώ της θεοσδότου μοι κρύπτης, τρέχω προς την ενώπιον της εικόνος γονυκλινή μητέρα μου, ήτις σφίγγουσά με εν ταις μητρικαίς αυτής αγκάλαις διστάζει αν δύναται εισέτι να χαρεί ακινδύνως επί τη απροσδοκήτω του υιού της ανευρέσει, σκέπτεται πώς να με διασώσει, τι δε εφευρίσκει μητρός καρδία; εκπέμπει πιστόν υπηρέτην αμέσως προς τον εκ Ραγούζης έμπορον και πάτριον φίλον Ματθαίον Βόσγισβικ, όστις είχεν υιόν συνήλικά μοι, λαμβάνει παρ’ αυτού ευρωπαίου παιδός στολήν, ενδύει με και παραδίδει με τω αυτώ υπηρέτη, όπως με φέρει εις του αυτού Βόσγισβικ τον οίκον. Καθ’ οδόν εντυγχάνει τω υπηρέτη ο της Λάρνακος οθωμανός τοπάρχης Χατζη Ιβραήμ Αγάς, στενός και ειλικρινής του πατρός μου φίλος, ούτος δε καίτοι διαγνούς με, επειδή όμως έτυχε μόνος, διατάσσει τον υπηρέτην να ταχύνει το βήμα όπως με διασώσει, διότι αν προύφθανον οι κατόπιν ερχόμενοι ακόλουθοί του, προσέθετο, αυτός ούτος ήθελεν αναγκασθεί να με συλλάβει. Σπεύδει ο υπηρέτης Χριστόφορος και διασώζει με παρά τω Βόσγισβικ, παρ’ ω μετ’ ολίγον ήλθε και η μήτηρ μου ως οθωμανίς τροφός ενδεδυμένη, και την μικράν αδελφήν μου Μαρίαν εν αγκάλαις φέρουσα· διαμένομεν εκεί μέχρι της νυκτός, ότε ανήχθημεν προς το πλοίον, ένθα τότε μόνον ηδυνήθησαν οι γονείς μου, ν’ αναπέμψωσιν ευχαριστίας προς τον Ύψιστον, διότι η δεξιά αυτού δια τοιούτων και τοσούτων θαυμάτων διέσωσεν ημάς. 

Advertisements