melisnik[Ο πεζογράφος Μελής Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1892, και από εδώ άρχισε τη συγγραφική δραστηριότητά του. Στην πόλη εξέδιδε και την εβδομαδιαία εφημερίδα Ηχώ της Κύπρου, κατά την περίοδο 1913-1920. Το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου πέθανε το 1979 αφήνοντας πλούσιο πεζογραφικό έργο. Ήταν εξάδελφος του ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη. (Η νεανική φωτογραφία του είναι από τα χρόνια της διαμονής του στη Λάρνακα)].

Από τη στιγμή που το αυτοκίνητο έμπαινε στη Λάρνακα, πλήθος από ωραίες κι αγαπημένες αναμνήσεις με υποδέχτηκε και με ακολούθησε σαν ένα πυκνό και πολυθόρυβο σμήνος από χελιδόνια, που αντί να προαναγγέλλουν την άνοιξη με το κελαδητό τους, τραγουδούσαν μιαν παλιά, περασμένη, μα και αξέχαστη άνοιξη ―την πρώτη άνοιξη της ζωής μου.

     Να οι γραφικές Καμάρες, που αποτελούσαν τότε τον συνηθισμένο χώρο των σχολικών μας εκδρομών. Εκεί αντίκρυ, κάτω από τα τόξα τους, απλώναμε τις πετσέτες μας και τρώγαμε τα λιτά φαγητά μας· εκεί γύρω παίζαμε, γελούσαμε και τραγουδούσαμε· εκεί πάνω σκαρφαλώναμε, για να πιούμε το δροσερό τρεχούμενο νερό μέσα στο πέτρινο αυλάκι του. Και νιώθω ακόμα και σήμερα την ίδια δροσιά και την ίδια χαρά.

     Να ο Άης Γιώργης με το πανηγύρι του, με τα γεμάτα από σουτζούκκον και σισαμένιον χαλουβάν σακιά, με τις πρόχειρες τέντες των λουκουμάδων και με τα ξύλινα αλογάκια, που γύριζαν γύρω από έναν χοντρό στύλο. Απ’ αυτά έπεσα κάποια φορά και χτύπησα στο φρύδι· και μια μικρή μου φίλη φρόντιζε με στοργική ανησυχία να μου σταματήσει το αίμα. Και όπως έχω ακόμα το σημάδι από το χτύπημα δίπλα στο φρύδι, νιώθω ακόμα και τώρα το απαλό χάδι του τρυφερού χεριού της φίλης στο πρόσωπό μου.

     Να το σεμνό χτήριο του τότε γυμνασίου μας με τις σεβαστές μορφές των καθηγητών και τις αγαπητές των συμμαθητών, που με συγκίνηση τις ανακαλεί η μνήμη. Πόσες αναμνήσεις ―πνευματικότερες αυτές― απ’ αυτή την αναπόληση. Εδώ είχα την πρώτη… συγγραφική έμπνευση: να γράψω… Ελληνική Ιστορία! Κι εδώ, μαζί με λίγους φίλους, εκδώσαμε χειρόγραφη και έπειτα πολυγραφημένη… εφημερίδα (που δυστυχώς δεν θυμούμαι τον τίτλο της, αλλά θυμούμαι το καταπληκτικό μου ψευδώνυμο “Σιμουρδαίνος”, παρμένο, αν δεν κάνω λάθος, από κάποιον ήρωα του Ουγκώ!)

     Κι οι αναμνήσεις ξεπετιούνται ολοένα από παντού, από κάθε τοποθεσία και κάθε σημείο της αγαπημένης γενέτειρας, σμιγμένες όλες με παλιά γεγονότα και παλιά φευ! πρόσωπα, που γεμίζουν όμως την μνήμη από νιάτα, και δονούν την ψυχή με τα πιο τρυφερά αισθήματα.

     Κι έτσι ζωντανεμένες και ξανανιωμένες και οι δυο ―μνήμη και ψυχή―, με καινούργια φτερά η πρώτη, με νέες λεπτές κι ευαίσθητες χορδές η δεύτερη, πετούν σφιχτοδεμένες κι αξεχώριστες πάνω από τα γνώριμα και προσφιλή τοπία, και τρυγούν τα πιο γλυκά αναθύματα, όπως οι γλυκοί χυμοί, που οι μέλισσες τρυγούν από τα λουλούδια, για να κάμουν το μέλι.

     Πετούν πάνω από τον αγαπημένο μου περίπατο, τη λεωφόρο Αρτέμιδος (θα κρατεί ακόμα, υποθέτω, το ίδιο όνομα, που είχε κάμει τότε μιαν καλή γειτόνισσα να λέει με καμάρι πως ο δρόμος ονομάστηκε έτσι, επειδή ο άντρας της λεγόταν… Αρτέμης)· σταματούν για λίγο στην Αγία Φανερωμένη, όπου στο υπόγειο τότε, μέσα στον βράχο, πρωτόγονο εκκλησάκι ανάβαμε μαζί με τους φίλους (και προπάντων με τις φίλες) το κεράκι μας, και δέναμε πάνω στον έξω μεγάλο θάμνο ένα κομμάτι ρούχο ή κορδέλα ―το τάμα μας―, για να μας φανερώσει το αγαπημένο πρόσωπο (πόσο ζωηρά θυμούμαι ακόμα το θαυμαστό αυτό “φανέρωμα” σε μια φίλη μου και σε μένα, όταν, μη τολμώντας να εκφράσουμε τ’ αμοιβαία μας αισθήματα, γράψαμε μονάχα σε δυο κομμάτια χαρτί ο καθένας το όνομα του άλλου, και τ’ ανταλλάξαμε με συγκινημένη σιωπή)· και προχωρούν έπειτα στην Αλυκή, όπου μαζί με τους φίλους (και πάντα κυρίως με τις φίλες) μαζεύαμε λουλούδια και βουτούσαμε τα πόδια μας στ’ αλμυρά νερά της όχθης.

     Έπειτα, έτσι σφιχτοδεμένες πάντα η ψυχή και η μνήμη, κατεβαίνουν στην παραλία, για να ξαναχαρούν πάνω στη μεγάλη αποβάθρα και στην προκυμαία (που εξελίχθηκε κατόπιν στις γραφικές Φοινικούδες) το κομψό, χαρούμενο κι ωραίο πλήθος των κοριτσιών και των αγοριών, που έκαναν ακατάπαυστες βόλτες ή κάθονταν στα γεμάτα από κόσμο κέντρα, φλερτάροντας ανώδυνα και γελώντας ευτυχισμένα, ή προχωρούν με ιδιαίτερη συγκίνηση ως τη μικρή αποβάθρα ―την “αποβαθρούν”― για να ξανανιώσουν την ξεχωριστή χαρά της εγκάρδιας συντροφιάς δυο νέων ―του αγαπημένου μου εξάδερφου κι εμένα―, που γελούσαν, αστιεύονταν, κάποτε εμιμούνταν και πρόσωπα του Καραγκιόζη, μέσα σε δυνατά και ακράτητα γέλια.

     Αλλά η ψυχή ―και χωρίς πια τη βοήθεια της μνήμης― ξαναζεί με βαθιά συγκίνηση όχο μόνο παλιές αναμνήσεις, αλλά και σύγχρονες και ζωντανές στιγμές ζωής, που δένονται και συνεχίζουν τις πιο ωραίες και πιο αγαπητές αναμνήσεις.

     Στο σπίτι της αδελφής μου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι συγγενείς, για να με χαιρετίσουν. Και όλοι να με τριγυρίζουν, να με περιποιούνται και να με φροντίζουν με την ίδιαν αγάπη, στοργή και προθυμία. Τους έβλεπα όλους γύρω μου με καμάρι ―ανάμεσά τους ο ιδιαίτερα αγαπημένος μου εξάδερφος― και χαιρόμουν με συγκίνηση την ωραία στιγμή.

     Ιδιαίτερη συγκίνηση που έδωσε η επίσκεψή μου στον ιστορικό ναό του Αγίου Λαζάρου. Καθώς μπήκα στην εκκλησία ολόμονος κι έμεινα απερίσπαστος κι απομονωμένος, μπόρεσα να νιώσω ως το βάθος την ίδια ιερότητα της ατμοσφαίρας, όπως τότε, άναψα με την ίδια ευλάβεια το κερί μου μπροστά στην ίδια εικόνα, κατέβηκα με το ίδιο δέος στον ιερό τάφο του αγίου αναπνέοντας την ίδια θαυμαστή ευωδία, ένιωσα την ίδια, όπως τότε, ανάγκη προσευχής κι εξάρσεως. Και προσευχήθηκα με μάτια βουρκωμένα.

     Αλλά εκτός από τις στενά προσωπικές και συναισθηματικές αυτές εντυπώσεις θα προσθέσω και μια γενικότερη και σημαντικότερη, που μου χάρισε η επίσκεψη σ’ ένα αρχοντικό της πόλεως, το σπίτι του κ. Ζ.Δ. Πιερίδη. Καθώς θαύμαζα τους πολύτιμους αρχαιολογικούς, ιστορικούς και λαογραφικούς θησαυρούς του σπιτιού, το οποίον μια λαμπρά οικογενειακή παράδοση, που την συνεχίζουν μ’ έμπνευση και πίστη οι αληθινά καλλιτεχνικές ψυχές του ζεύγους Πιερίδη, το έχει μετετρέψει όχι μόνο σ’ ένα εξαίρετο μουσείο, αλλά και σε μια μόνιμη έκθεση γνήσιας Τέχνης, πλάταινα μέσα στη σκέψη μου τα πλαίσια του σπιτιού και της οικογενειακής παραδόσεως, και τα άπλωνα σ’ ολόκληρη την πόλη, στην ιστορία της και στη ζωή της. Και την αρχοντιά του πνεύματος και της ψυχής, που χαιρόμουν μέσα στις μεγάλες εκείνες αίθουσες, την ένιωθα ν’ ανταποκρίνεται κα να συνταυτίζεται με την ίδιαν αρχοντιά, που αναδίνεται από τη σεμνή κι ωραία γενέτειρα πόλη μου, από τα παλιά της χτίσματα, από τη συμπεριφορά, την έκφραση, και τις εκδηλώσεις των κατοίκων της, από την όλη ευγενική ατμόσφαιρά της. (Ιούνιος 1961)

Μελής Νικολαΐδης, Η Κύπρος μας, η Ομορφιά της, η Ζωή της, ο Αγώνας της (1965), σ. 62-64.

Advertisements