Η πόλη της Λάρνακας μπορεί να υπερηφανεύεται για τις βιομηχανίες της οι οποίες απασχολούν σήμερα περίπου δύο χιλιάδες εργάτες και εργάτριες. Το εργοστάσιο κουμπιών, δοντιών, τα εργοστάσια φαιοχώματος (τέρρα ούμπρα), η ελαιουργία, τα σαπωνοποιεία και το εργοστάσιο καλτσών, εξασφαλίζουν εργασία σε πολλούς και χωρίς αυτά το πρόβλημα της ανεργίας θα ήταν πολύ σοβαρό.

     Εδώ θα αναφερθούμε στο εργοστάσιο τεχνητών δοντιών, που αποτελεί  μια ενδιαφέρουσα βιομηχανία. Το εργοστάσιο ανήκει στην Αυτοκρατορική Βιομηχανία Οδόντων Λτδ. η οποία έχει την έδρα της στη Λάρνακα. Το εργοστάσιο βρίσκεται κοντά στην τουρκική συνοικία, σε κτήριο ευρύχωρο και άνετο. Η βιομηχανία ιδρύθηκε το 1934 από κεφαλαιούχους εβραίους της Παλαιστίνης, με συμμετοχή κυπριακού κεφαλαίου. Ο αριθμός των εργατών του είναι σήμερα περίπου 180, με ικανοποιητικά ημερομίσθια. Οι πρώτες ύλες, κυρίως πορσελάνη, εισάγονται από τον Καναδά και τα πολύτιμα μέταλλα για την κατασκευή τους από την Αγγλία. Το εργοστάσιο εξάγει τα προϊόντα του σε Ηνωμένο Βασίλειο, Ινδίες, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία, Τουρκία, Αίγυπτο, Συρία, Ιράκ, και Καναδά. Πριν από τον πόλεμο πραγματοποιούσε εξαγωγές και σε Γαλλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σιγκαπούρη, Σιάμ και Χογκ Κογκ.

     Κατασκευάζονται διάφορα είδη δοντιών. Η πορσελάνη εισάγεται σε σκόνη και ζυμώνεται από έμπειρο εργάτη. Τοποθετείται σε καλούπια που έχουν σχήμα δοντιών τα οποία ψήνονται σε φούρνο όπου σκληραίνονται και κατόπιν τα καλά δόντια διαχωρίζονται από τα ελαττωματικά. Τα τεχνητά δόντια τοποθετούνται σε μικρά χαρτόνια, σε πλήρεις σειρές πάνω και κάτω οδοντοστοιχίας. Εκτός από  απλά δόντια κατασκευάζονται και δόντια με χρυσούς γάντζους για να αντικαθιστούν δόντια χρυσών ή άλλων οδοντοστοιχιών. Η επικόλληση των χρυσών γάντζων είναι εξειδικευμένο έργο και επιτυγχάνεται μέσα σε ηλεκτρική υψικάμινο υψηλής θερμοκρασίας.

     Ό,τι προκαλεί περισσότερο την προσοχή ενός επισκέπτη του εργοστασίου τεχνητών δοντιών είναι η κατασκευή και μαύρων δοντιών για τις ανάγκες των οδοντογιατρών του Σιάμ, οι κάτοικοι του οποίου έχουν μαύρα δόντια, διότι, όπως πληροφορούμαστε, τρώγουν ένα είδος καρπού που τα μαυρίζει ή διότι πολλοί από αυτούς είναι ναρκομανείς.

[Προσαρμογή κειμένου του δημοσιογράφου Οδυσσέα Ευρυβιάδη (Wideson), στο περιοδικό Κυπριακή Επιθεώρηση, Ιούνιος-Ιούλιος 1946].

Advertisements