spanish[Στις 21 Μαΐου 1788 αγκυροβολούσαν στο λιμάνι της Λάρνακας δύο ισπανικά πλοία, η φρεγάτα Santa Cecilia, με κυβερνήτη τον αξιωματικό της Ρεάλ Αρμάδα, Δον Φελίπε Λόπεζ ντε Καρριθόσα, και το μπρίκι Ardilla. Τα δύο πλοία είχαν αναχωρήσει από την Κωνσταντινούπολη στις 11 Μαΐου με εντολή να συναντήσουν τον πρίγκιπα Μουλέι Αμπντελμελέκ, εξάδελφο του βασιλιά του Μαρόκου, που επέστρεφε από προσκύνημα στη Μέκκα. Η εντολή δόθηκε ύστερα από σχετική παράκληση του μαροκινού βασιλιά προς τον βασιλιά της Ισπανίας. Η σύντομη περιγραφή της διήμερης επίσκεψης των δύο πλοίων βρίσκεται στο βιβλίο Viage a Constantinopla en el ano 1784 που κυκλοφόρησε ανωνύμως στη Μαδρίτη, το 1790. Το κείμενο (που ανήκει στον συγγραφέα Jose Moreno), εκτός από τις πληροφορίες που δίνει για τον τόπο, παρουσιάζει ενδιαφέρον και για τον τρόπο με τον οποίο οι τουρκικές κατοχικές αρχές και οι κάτοικοι της Λάρνακας αντιμετώπισαν την απρόσμενη επίσκεψη, καθώς και για το έμμεσο στρατιωτικό ενδιαφέρον των επισκεπτών. ‘Οπως γίνεται φανερό και από την περιγραφή του ταξιδιού στην Κωνσταντινούπολη, που αποτελεί την κύρια αναφορά του βιβλίου, πρωταρχικός στόχος τέτοιων ταξιδιών ήταν η στρατιωτική κατασκοπεία].

Αρχικά κατευθύνθηκαν προς την Κύπρο με σκοπό να πάρουν πληροφορίες για τα παράλια της Συρίας, και στις 21 Μαΐου αγκυροβόλησαν στη Λάρνακα, η οποία είναι ασφαλής ορμίσκος ανάμεσα σε δύο προεξοχές και αποτελεί το καλύτερο αγκυροβόλιο στο νησί, όπου καταφεύγουν ξένα πλοία. Εκεί κοντά υπάρχει και μία πηγή με γλυκό νερό: σε μικρή απόσταση από την παραλία, από το ψηλό βουνό του Trinito, κατεβαίνει ένα ποτάμι (που λένε πως δεν υπάρχει άλλο) και φτάνει έως το κάστρο. Το κάστρο αυτό, με μόνη άμυνα τέσσερα από τα έξι κανόνια του, είχε παλαιότερα καταστραφεί, αργότερα όμως ξανακτίστηκε. Ο αριθμός των κατοίκων της περιοχής όπου διαμένουν οι ευρωπαίοι Πρόξενοι είναι ασήμαντος. Τίποτα δεν υπάρχει που να μαρτυρεί ότι η πρωτεύουσα Λευκωσία είναι μόλις οκτώ λεύγες μακριά, πόσο εύφορο είναι το νησί, και ότι ο πληθυσμός του ―συμφωνα με την τελευταία απογραφή― φθάνει τις 160.000 ψυχές. Η ισπανική σημαία, που ήταν άγνωστη στο νησί της Κύπρου, στην αρχή τρόμαξε τους κατοίκους. Πίστεψαν πως επρόκειτο για κάποιο τέχνασμα των εχθρών τους. Όμως οι ήρεμες κινήσεις και οι ελιγμοί των καραβιών, καθώς και οι πληροφορίες που τους έδωσαν οι πλοίαρχοι εμπορικών πλοίων που βρίσκονταν αγκυροβολημένα εκεί, τους καθησύχασαν. Μερικοί Τούρκοι που επιβιβάστηκαν στα πλοία ως επίσημοι φιλοξενούμενοι, μόλις αυτά αγκυροβόλησαν, επέστρεψαν χωρίς καθυστέρηση και ενημέρωσαν τον μπεϊλέρμπεη, κυβερνήτη του νησιού, ο οποίος βρισκόταν στη Λάρνακα για κάποια υπόθεση. Η είδηση έγινε γνωστή και οι νησιώτες, πλημμυρισμένοι από εκείνη τη χαρά που συνήθως ακολουθεί την ανησυχία, ανάμεσα σε άλλες εκδηλώσεις και με δική τους πρωτοβουλία, έριξαν επτά συνεχείς χαιρετιστήριες βολές (όπως ακριβώς συνηθίζεται στα περισσότερα κράτη). Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν οι εκδηλώσεις φιλίας και αβρότητας μεταξύ Κυπρίων και Ισπανών: οι πρώτοι προσκάλεσαν τους δεύτερους για ελεύθερη περιήγηση του νησιού χωρίς να χρειάζεται παρουσίαση “φιρμανίων” της Πύλης και προσφέρθηκαν να δώσουν κάθε βοήθεια, αν χρειαζόταν, στα πλοία και τα πληρώματά τους. Οι δεύτεροι έδειξαν την ικανοποίησή τους ανταποδίδοντας με δώρα. Οι πρόξενοι της Γαλλίας, της Νάπολης και της Ραγούζας, και ο υποπρόξενος της Αυτού Μεγαλειότητας στη Λάρνακα, δον Αντόνιο Καλιμέρι, με την ευγένειά τους συνέβαλαν κι αυτοί στη γενική ικανοποίηση. Καθώς πλησίαζε ο καιρός για να φύγουν από την Κύπρο, και αφού [ο Δον Φελίπε] συγκέντρωσε αρκετές πληροφορίες και πέρασε τις υπόλοιπες ώρες σχεδιάζοντας τον χάρτη του κόλπου της Λάρνακας, αναχώρησαν ύστερα από δύο μέρες (23 Μαΐου). Πλέοντας, κατά μήκος των ακτών της Συρίας, έφθασαν μέσα σε δύο μέρες (25 Μαΐου) στο λιμάνι της Βηρυτού, που βρίσκεται λίγο μακριά από την πόλη, όμως προσφέρει περισσότερη ασφάλεια στα πλοία.

Advertisements