vernalisanthologiaΗ πρώτη ανθολογία κυπριακής ποίησης εκδόθηκε στη Λάρνακα το 1934 (Ανθολογία των Κυπρίων Ποιητών 1878-1934. Πρώτη έκδοση. Κύπρος 1934), από τον Άδωνη Βερνάλη. Κάτω από το ψευδώνυμο αυτό κρυβόταν ο εικοσιπεντάχρονος Μιχάλης Π. Γυψιώτης, βοηθός στο γνωστό σκαλιώτικο φαρμακείο του Μιχαλάκη Σαλισβουρή.

     Το ψευδώνυμο πρόδιδε την επαγγελματική σχέση του ανθολόγου με το φαρμακευτικό επάγγελμα: Adonis vernalis, είναι το επιστημονικό όνομα του θεραπευτικού φυτού Άδωνις ο χειμερινός, που χρησιμοποιείτο ως αντιυπερτασικό και για καρδιακά προβλήματα.

     Τρία χρόνια αργότερα ο Βερνάλης επιμελήθηκε και προλόγισε Τα τραούδκια του βοσκού, του Κυριάκου Θ. Καρνέρα, από την Ξυλοτύμπου, ενός από τους σημαντικότερους λαϊκούς ποιητές της Κύπρου. 

     vernalisflΤέλος, το 1942, κυκλοφόρησε και μια συλλογή δικών του χρονογραφημάτων (Η σύγχρονη ζωή. Κύπρος 1942) αφιερωμένη στη μνήμη του εργοδότη του, Μιχ. Σαλισβουρή, “του ανθρώπου που πόνεσε, όσο λίγοι στη ζωή, τους συνανθρώπους του, τον αληθινό χριστιανό στην πράξη κι όχι στη θεωρία, στον γιατρό των φτωχών”. Στα σύντομα αυτά κείμενα ο συγγραφέας, όπως ο ίδιος μας πληροφορούσε, απεικονίζει “με ωμό ρεαλισμό τες πληγές της σύγχρονης κοινωνίας».

     Μετά το 1945 ο Άδωνης Βερνάλης ασχολήθηκε συστηματικότερα με τη δημοσιογραφία (διευθυντής της Εφημερίδος του Λαού ―Λάρνακα 1945, και αργότερα συντάκτης στις εφημερίδες Ο Φιλελεύθερος και Εθνική).

Το φυτό Adonis vernalis

     [Ακολουθεί ένα χρονογράφημα από τη Σύγχρονη ζωή].

ΟΙ “πρώην άνθρωποι”

Ελάχιστοι θα προσέξανε την τραγωδία ενός “πρώην ανθρώπου” που ξετυλίχτηκε στον παραλιακό δρόμο της Σκάλας πριν από λίγες μέρες. Για μένα τουλάχιστον που την παρακολούθησα ήταν μια ρεαλιστική εικόνα της αξίας του ατόμου στην καθημερινή μας κοινωνία.

     vernalissynchronizoe1Τι αντίθεση, όμως, από την “πρώτη σκηνή” που βρέθηκα πάλιν μάρτυρας εδώ και λίγα χρόνια!

     Ήταν δειλινό και σεργιανούσα στην παραλία για να την γνωρίσω, γιατί μόλις είχα έλθει από το χωριό.

     Κοντά σ’ ένα μεγάλο καφενείο, με μπουλούκια-μπουλούκια κόσμο, σταματούσε μια πολυτελέστατη λιμουζίνα.

     Δυο γκαρσόνια πετάχτηκαν απ’ το βάθος του καφενείου κι αφού κάνανε μια εδαφιαία υπόκλιση ανοίξανε την πόρτα. Γύρω επικρατούσε αληθινή κατάνυξη.

     Κι όμως εγώ δεν έβλεπα παρά ένα άνθρωπο όπως τους άλλους να κατεβαίνει απ’ τη λιμουζίνα.

     Με το πέρασμα του χρόνου δεν άργησε να λυθεί η απορία μου, γιατί παντού του κάνανε την ίδια υποδοχή. Ήταν κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας!!

     Αλήθεια, τι αξία έχει ο άνθρωπος, σκεφτόμουνα, σαν η τύχη τον ευνοήσει να γεννηθεί πλούσιος. Όπου ρίψει το βλέμμα του θα δει ανθρώπους να υποκλίνουνται μπροστά του σαν σκουλήκια. Κανένας δεν έχει αντίρρηση σ’ ό,τι αυτός βγάλει απ’ το στόμα του.

     Απασχολούμουνα μ’ αυτές τις σκέψεις και καταριόμουν τη μοίρα μου που μ’ έκαμε φτωχό.

     Πέρασαν χρόνια από τότε χωρίς όμως να σβύσει απ’ την φαντασία μου η σκηνή του παραλιακού δρόμου.

     Ένα δειλινό πριν λίγες μέρες αντίκριζα τον ίδιο άνθρωπο, με πρόσωπο γερασμένο κι ατημέλητο, να περνά σκυφτός, με συνοδεία δυο υπαλλήλους του Δήμου και να οδεύει προς το λιμάνι των απόκληρων, το Πτωχοκομείο.

     Γύρισα και κοίταξα τους θαμώνες του μεγάλου κέντρου για να δω αν του ρίχνανε έστω και ένα πονετικό βλέμμα.

     Κανένας όμως δεν τον είχε προσέξει.

     Γύρισα βιαστικός στο σπίτι γιατί τα μάτια μου είχαν βουρκώσει από την αντίθεσιν των δύο σκηνών.

     Έπρεπε να βρω κάποιον ―που να μπορούσε να με νιώσει― να του μιλήσω για το κατάντημα του σημερινού ανθρώπου που έχει για πίστη και θρησκεία τον Μαμμωνά. Δεν βρήκα κανένα στην μικρή μου καμαρούλα παρά το γραφείο μου. Πήρα το χαρτί κι έγραψα ό,τι ήθελα να πω.

Advertisements