TserkezisΟ Σάββας Τσερκεζής (1875-1963), ένας συναρπαστικός λαϊκός “απομνημονευματογράφος” από τον Μαζωτό της επαρχίας Λάρνακας, με μοναδικό τρόπο αφηγείται την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του (βασανιστική εργασία σε κέντρα της ελληνικής διασποράς ―Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Ιόππη―, συμμετοχή στους ελληνικούς πολέμους του 1897 και 1912-1913 όπου και τραυματίστηκε, και μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η αφήγησή του καλύπτει την περίοδο 1880-1924 και αποτελεί δραματική μαρτυρία σημαντικών στιγμών της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο: Σάββας Τσερκεζής, “Ημερολόγιον του βίου μου, αρχόμενον από του 1886”, β΄έκδοση. Επιμ. Φ. Σταυρίδης. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, 2007). Φωτογραφίες: Ο Σ. Τσερκεζής στη Σμύρνη (γυρω στα 1905) και «Περίθαλψη τραυματιών του πολέμου 1912-1913 (σχέδιο εποχής).

Όταν αφίχθην εις Λάρνακα, εξήλθον με τα στρατιωτικά. Τας αποσκευάς μου μετέφερεν είς αχθοφόρος εις το ξενοδοχείον, εγώ δε στηριζόμενος εις τας βακτηρίας μου εβάδιζον βραδέως με τον πάσχοντα πόδα αιωρούμενον και διηυθυνόμην προς την πλατείαν Aγίου Λαζάρου, μέρος εις ό εσύχναζον οι εγχώριοί μου κατερχόμενοι εις την πόλιν. Όθεν διηρχόμην, όλοι σχεδόν ηγείροντο και με παρετήρουν. Εις την πλατείαν Aγίου Λαζάρου συνήντησα εγχωρίους μου, οίτινες έφερον αυθημερόν την είδησιν εις την αδελφήν μου και εις τους λοιπούς συγγενείς. Την επομένην, περί την 10ην πρωινήν, δι’ αμάξης αφίχθην και εγώ εις το χωρίον μου. Έξωθεν του χωρίου όλοι οι κάτοικοι συν γυναιξί και τέκνοις εξήλθον εις προϋπάντησίν μου.

Oυδέποτε θα λησμονήσω την υποδοχήν εκείνην, η χαρά των αγαθών χωρικών ήτο εζωγραφισμένη εις όλων τα πρόσωπα. Ήτο όντως βασιλική υποδοχή, ήτο εν μικρογραφία ομοία εκείνης όπου έγινεν εις Aθήνας εις τον Bασιλέα Kωνσταντίνον.

TserkezisTravmatiesΟ κώδων της εκκλησίας του χωρίου ήχει καλών τους πάντας προς συγκέντρωσιν. Ο διδάσκαλος Κωνστ. Συμεών, μετά των μαθητών του σχολείου, φέρων στέφανον με διάφορα άνθη διά της αριστεράς χειρός, διά δε της δεξιάς έκαμε χειρονομίαν εις τον αμαξάν να σταματήσει. Είς ευσταλής νέος κρατών την ελληνικήν σημαίαν επλησίασεν την θύραν της αμάξης όπως με βοηθήσει να κατέλθω, μία ομοβροντία εχαιρέτισε την εξ αμάξης έξοδόν μου, μία δωδεκαέτις κόρη μού προσέφερεν μικράν ανθοδέσμην (ήν ησπάσθην εις το μέτωπον). Ο διδάσκαλος μού εξεφώνησεν ενθουσιαστικόν λόγον και μου προσέφερε τον στέφανον.

Ήρχισαν τότε οι ασπασμοί. Πρώτη με εφίλησεν η αδελφή μου. Η συγκίνησίς μου ήτο τοιαύτη, ώστε δεν ηδυνάμην να ομιλήσω. Κατόπιν, προηγουμένου του διδασκάλου, οδηγήθημεν όλοι εις την εκκλησίαν όπου εψάλη δοξολογία. Έξωθεν της εκκλησίας οι συγκεντρωθέντες έψαλον τον Eθνικόν ύμνον, εκεί εζήτησα όπως μοι δείξωσιν τον τάφον του προ έξι μηνών αποβιώσαντος πατρός. Εκεί προσηυχήθην ολίγα λεπτά και κατόπιν διηυθύνθην εις τον οίκον της αδελφής μου ένθα έγινεν η δεξίωσις.

Tέσσαρας ολοκλήρους μήνας διέμεινα εις Kύπρον. Όταν επέστρεψα εις Aθήνας παρησιάσθην εις την ανωτάτην υγειονομικήν επιτροπήν, μου εδόθη τετράμηνος σύνταξις εκ τριάκοντα δραχμών μηνιαίως, παρήτησα την μίαν βακτηρίαν και βοηθούμενος υπό της ράβδου μου εβάδιζον χωλαίνων ολίγον.

Advertisements