IoannisPerdiosΟ πρόωρα χαμένος σατιρικός ποιητής Ιωάννης Περδίος (1882-1930) παρ’ ότι σατίριζε με τους στίχους του προσωπικότητες και καταστάσεις της εποχής του, διέθετε ήπιο χαρακτήρα και φυσική ευγένεια που επέτρεπαν να είναι πάντοτε αγαπητός σε όλους. Από το 1911 και έως το θάνατό του εξέδιδε στη Λευκωσία την έμμετρη σατιρική εφημερίδα του Μαστίγιον, “Που δύο φορές τον μήνα κροταλίζει / και πότε πίπτει καυστικόν και πότε γαργαλίζει”, όπως έγραφε Όταν πέθανε τον έκλαψε όλη η Κύπρος.

Ο Περδίος τον Ιούνιο του 1918 ήλθε στη Λάρνακα, προσκεκλημένος του Δήμου της Πόλης, και πήρε μέρος ως μέλος κριτικής επιτροπής διαγωνισμών που έγιναν κατά τη διάρκεια της γιορτής του “Κατακλυσμού”. Μετά την επιστροφή του στη Λευκωσία δημοσίεψε στην εφημερίδα του το ακόλουθο στιχούργημα με χαριτωμένες εντυπώσεις και πληροφορίες για τη γιορτή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι απόψεις του για τη χρήση του κυπριακού ιδιώματος στη λαϊκή μας ποίηση.

Εις τη Σκάλα μάς επήραν για Κριτάς

Για να κρίνουμε τους ντόπιους Ποιητάς!

Χάρις στον Κυριαζή

Και τον Νίκο τον αγά μου

Πήγα με κριτάς μαζί

Σαν εκάθουμουν στ’ αυγά μου!

*

Με σηκώσαν απ’ εδώ

Και στη Λάρνακα με πήραν

Για ν’ ακούσω και να δω

Των Κυπρίων μας την λύραν!

*

Και στου Ζήνωνος την γη

Με τον Νίκο μου πηγαίνω

Και στο πόντε μ’ οδηγεί

Κι ενθουσιασμένος μένω!

*

Λευκοφόρες πετακτές

Εις το πόντε των ψαρεύαν

Με στολές τόσο λεπτές

Που κι αράχνες τες ζηλεύαν!

*

Κι είδαμε και μερικές

Που ξεκάλτσωτες διαβαίναν

Και γαμπίτσες δυο λευκές

Με μαγνήτισαν κι εμέναν!

*

Κι οι καλοί μας χωρικοί

Καθώς έμπαιναν στες βάρκες

Έχασκαν εκστατικοί

Που γυμνές θωρούσαν σάρκες!

*

Την βραδιάν παντού σβηστοί

Μέναν γλόμποι φωτοβόλοι

Κι όμως κάπου ―σαπριστί―

Εφεγγοβολούσαν όλοι!

*

Με τραγούδια και χορούς

Και κοσμοπλημμύραν τόση

Είδα τους παλιούς καιρούς

Πίσω πάλι να στραφώσι!

*

Μα κι εκλογικά πολλά

Ψουψουρούσαν κάθε βράδυ

Και κεφάλια με μυαλά

Στη φωτιάν εχύναν λάδι!

*

Λοιπόν κάθε μια βραδιά

Με σωστή κοσμοπλημμύρα

Πήγαινα κι εγώ, παιδιά,

Για ν’ ακούσω ντόπια λύρα!

*

Κι αοιδούς μας λαϊκούς

Ήκουα που κελαδούσαν

Κι εμαγεύεσο ν’ ακούς

Την αγροτικήν των Μούσαν!

*

Με μια γλώσσα ζωντανή

Σαν κι εκείνην του Βασίλη

Είχαν μέλι στην φωνή

Μα και ζάχαρη στα χείλη!

*

Τους ευρήκα δυνατούς

Σαν στην γλώσσα των τσιαττίζαν

Μα τους εύρισκα φρικτούς

Όταν ελληνικουρίζαν!

*

Σαχλοί μου ’χανε φανεί

Μ’ αρλεκίνων πατσαβούρες

Που τη γλώσσα την αγνή

Νόθευαν μ’ ελληνικούρες!

*

Κι εβροντούσα δυνατά

Με της Μούσης την μπουμπάρδα:

Με φτιασίδια σαν κι αυτά

Γλώσσαν κάμνετε μπαστάρδα!

*

Μα με γλώσσαν αμιγή

Μ’ εγοήτευσαν εκείνοι

Κι είπα: στην δική μας γη

Νέοι θα νας βγουν Στασίνοι!

[Σημειώσεις : Ο γιατρός και δημοτικός σύμβουλος Νεοκλής Γ. Κυριαζής υπήρξε ο εισηγητής των ανανεωμένων, από το 1918, εκδηλώσεων του Κατακλυσμού στη Λάρνακα. / πόντε = η μεγάλη αποβάθρα της Λάρνακας / σαπριστί = Μα το Θεό! (από παραφθορά αντίστοιχης γαλλικής έκφρασης)].

Advertisements