[Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφονται, από σύγχρονο με τα γεγονότα άγγλο συγγραφέα, οι πρώτες ώρες μετά την άφιξη των Άγγλων στη Λάρνακα, στις 29 Ιουνίου 1878. Ο αφηγητής με υπεροψία χαρακτηριστική μιας “ανώτερης φυλής” αναφέρεται στους “ιθαγενείς” και στην αποβίβαση του στρατού στην πόλη της Λάρνακας].

“Με την ανατολή του ήλιου, το πρωί της Δευτέρας, το νησί περιβαλλόταν από σιδερόφρακτα πλοία. Ενωρίς εκείνη τη μέρα το πολεμικό “Μινώταυρος” μπήκε στον κόλπο της Λάρνακας και αγκυροβόλησε μισό μίλι από την ακτή.

Πολύ λίγα ήταν γνωστά για τους κατοίκους της πόλης και για τις αντιδράσεις τους. Ποιος ήταν ο διοικητής και ποιος ο φρούραρχος; Τι τηλεβόλα είχε στο κάστρο και υπήρχε πιθανότητα να τα χρησιμοποιήσουν;

Ο πλοίαρχος Rawson, του “Μινώταυρου”, στάλθηκε στην παραλία. Ο αξιωματικός αυτός είχε τόση ικανότητα να μαζεύει πληροφορίες όση ο αρχηγός του να βλέπει στο σκοτάδι. Όταν αποβιβάστηκε στην παραλία συνάντησε τον Πρόξενό μας και πληροφορήθηκε ότι διοικητής της πόλης ήταν ένας Καϊμακάμης, το λιμάνι διέθετε μικρό φρούριο εξοπλισμένο με παλαιά κανόνια από τον καιρό των Ενετών και φρουρά εκατόν ανδρών. Ο Καϊμακάμης ήταν άνθρωπος ήπιος και νωθρός, ζούσε στο Κονάκι με τις συζύγους του και σπανίως επισκεπτόταν στην πόλη.

Μετά την επιστροφή του Rawson στον “Μινώταυρό”, ο Ναύαρχος αποβιβάστηκε στην ακτή και επισκέφθηκε τον Καϊμακάμη. Κατά την παραμονή του πληροφορήθηκε ότι στην πόλη κυκλοφορούσαν φήμες ότι η Κύπρος θα υπαγόταν στη διοίκηση της Αγγλίας, αλλά ο Καϊμακάμης δεν είχε λάβει σχετικές οδηγίες. Η εσπευσμένη άφιξη των πλοίων μας από την Κρήτη είχε προλάβει τους απεσταλμένους του Σουλτάνου που θα έφθαναν από το Βόσπορο. Όμως ο Ναύαρχος έπρεπε να δράσει.

Το πρωί της επόμενης μέρας ο πλοίαρχος αποβιβάστηκε ξανά στην παραλία για να ολοκληρώσει την ενημέρωσή του και το απόγευμα υπέβαλε προς τον Ναύαρχο σύντομη έκθεση, όχι μόνο για τη Λάρνακα αλλά και για κάθε γωνιά του νησιού. Περιέγραφε τους κατοίκους των πόλεων ως ήσυχους και κοινωνικούς, πολύ νωθρούς και επιρρεπείς σε κάθε είδος ηδονής, αλλά χωρίς φανατισμό και επομένως χωρίς διάθεση να πολεμήσουν. Η μέθη δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στους ορθόδοξους, όμως οι κλοπές, οι φόνοι και οι ληστείες ήταν σχεδόν άγνωστες. Ήταν ήμεροι και αδύνατοι άνθρωποι γι’ αυτό δεν υπήρχε πιθανότητα να αντισταθούν. Τί άλλο μπορούσε να θέλει να πληροφορηθεί ο Ναύαρχος;

Τμήματα των blue jackets επιβιβάστηκαν σε βάρκες και στάλθηκαν στην ακτή με διαταγή να αποβιβαστούν στην πόλη και να στήσουν πρόχειρη αποβάθρα. Δεν θα ζητούσαν άδεια και θα εργάζονταν αθόρυβα, αρχίζοντας και τελειώνοντας το έργο όπως εκείνοι έκριναν κι όπως θα ενεργούσαν αν εργάζονταν σε αγγλικό λιμάνι.

Βλέποντας τους ναύτες να αποβιβάζονται, μερικοί ιθαγενείς παραμέριζαν και τους κοιτούσαν με εκπληξη. Όταν δε έστησαν ιστό και ύψωσαν την αγγλική σημαία, οι ιθαγενείς παρατηρούσαν με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, αλλά κανένας δεν προσπάθησε να τους εμποδίσει. Κανένας δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι συνέβαινε.

Ο Καϊμακάμης και ο διευθυντής του Λοιμοκαθαρτηρίου βρίσκονταν στο ίδιο σκοτάδι όπως και ο υπόλοιπος κόσμος. Αλλά ενώ ο Καϊμακάμης παρέμενε ήσυχος στο Κονάκι του, ο διευθυντής του Λοιμοκαθαρτηρίου ―άνθρωπος από το εξωτερικό― ανέβηκε στη Ναυαρχίδα για να μάθει πώς έχουν τα πράγματα κι αφού έριξε μία ματιά στα μεγάλα κανόνια, πρόσφερε τις ταπεινές υπηρεσίες του στη Βασίλισσα.

Αδιαφορώντας για τα φρούρια, εμείς υψώσαμε τη σημαία μας και στήσαμε την αποβάθρα μας, και χωρίς να δώσουμε σημασία στην παρουσία του Καϊμακάμη ορίσαμε ως διοικητή της πόλης τον Πρόξενό μας. Το απόγευμα της Τρίτης η κατοχή μας είχε ολοκληρωθεί και από τη ξηρά και από τη θάλασσα”.

Τρεις εικόνες των αποβιβάσεων αγγλικού στρατού στη Λάρνακα, τον Ιούνιο 1878

[Πηγή εικόνας:  Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρα]

Advertisements