Γεγονός που συντάραξε την κυπριακή κοινωνία το 1909 ήταν η δολοφονία πέντε προσώπων της ίδιας οικογένειας, που έγινε λίγο έξω από το χωριό Μαζωτός, τον Σεπτέμβριο του 1909. Θύματα ήταν ο γεωργός Μηνάς Αργυρού, η σύζυγός του και τρία από τα ανήλικα παιδιά τους. Ένα άλλο, δεκατεσσάρων χρονών, κρύφτηκε και γλύτωσε· αυτός ήταν και ο κύριος μάρτυρας για να εντοπιστούν οι έξι δολοφόνοι: πέντε Τούρκοι από τα χωριά Σοφτάδες και Κιβισίλι και ένας Έλληνας από τη Λύση.

Εκτός από την ευρεία κάλυψη στις κυπριακές εφημερίδες, τρείς, τουλάχιστον, λαϊκοί ποιητές της εποχής ―οι Ιωάννης Μελάρης (από τη Γερμασόγεια), Αρέστης Νικολάου (από τη Βάσα Κοιλανίου), και Χριστόφορος Θ. Παλαίσης (από την Αυγόρου)― κυκλοφόρησαν φυλλάδες με αφήγηση των λεπτομερειών του φόνου και της τιμωρίας των δραστών.

Η εκτέλεση των έξι δραστών έγινε τον Μάρτιο 1910 στο Κάστρο Λάρνακας, το οποίο ―έως τις αρχές της δεκαετίας του 1930― εχρησιμοποιείτο περιστασιακά και ως τόπος εκτελέσεως για εγκλήματα που είχαν γίνει στην επαρχία. (Οι αγχόνες στήθηκαν στη δεξιά πλευρά, στο βάθος της εικονιζόμενης αυλής).

[Παραχώρηση σχεδίου: Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας]

Από τη φυλλάδα του “πρωτοποιητάρη” Χριστόφορου Θ. Παλαίση, Η καταδίκη και η θανατική εκτέλεσις 6 φονέων ολοκλήρου οικογενείας εν Μαζωτώ (1910), μεταφέρεται εδώ ένα σχετικό απόσπασμα:

Στο κάστρον τους επήρασιν κι εμείναν κρατημένοι

όταν ήλθεν η μέρα τους η προσδιορισμένη

στον Διοικητήν της Λάρνακος και εις τους συγγενείς τους

ο Αρμοστής εδήλωσεν το τέλος της ζωής τους.

Μαρτίου 2 έγραψεν πρέπει να κρεμασθώσιν

όπως επράξασιν κι αυτοί έτσι να βραβευθώσιν.

Μέσα στου κάστρου την αυλήν κρεμάλες δυο εστήσαν

η μια διπλή κι άλλη μονή και τες εκανονίσαν.

Ημέραν Τρίτην το λοιπόν εις τες 7 η ώρα

πρώτον τους τρεις προσφέρουσιν εις την κρεμάλαν δώρα.

Όταν τους ετραβήσασιν, Θεέ μου μην το δώσης

με φίλον μου μήτε εχθρόν ποτέ μην αξιώσης,

εμουγκαρολογούσασιν με μιαν φωνήν μεγάλην

σαν κλαι’ κουδέλλα για τ’ αρνίν, κατσέλλα για δαμάλιν,

αλλά τ’ αθώα πλάσματα που ’κάμαν τέτοιον χάλιν

κοιλιές με δίχως έντερα κορμιά χωρίς κεφάλιν.

Μιαν παροιμίαν τακτικά ο κόσμος συναφέρνει,

’κείνος που δίδει μάχαιραν πάλιν μάχαιραν παίρνει.

Λοιπον στον τόπον της θηλιάς όταν επλησιάσαν

μ’ έναν πανίν τα μάτια τους που πάνω τα σκεπάσαν,

εις τον λαιμόν τους το σχοινίν κατόπιν επεράσαν

και σαν αρνιά στο μακελειόν έτσι τους εκρεμάσαν.

Ο Διοικητής κι ο ιατρός κατόπιν εξετάσαν,

όταν εξεψυχήσασιν και τους εκατεβάσαν.

Εις τες 9 τους άλλους τρεις τα ίδια εκάμαν,

οι συγγενείς εφύρνουνταν απ’ έξω που το κλάμαν.

Στους συγγενείς εδώσαν τους όλους και τους εθάψαν

κι όσ’ είχαν μάναν κι αδελφήν που πανωθιόν εκλάψαν.

Τοιουτοτρόπως ένδεκα πλάσματα εχαθήκαν,

γυναίκες εχηρεύσασιν, παιδιά ορφανευθήκαν.

·

[Γλωσσάριο: εμουγκαρολογούσασιν (μουγκαρίζω=κλαίω γοερά) / κουδέλλα=προβατίνα / κατσέλλα=αγελάδα / δαμάλιν=μοσχάρι / συναφέρνω=αναφέρω, θυμίζω / φύρνομαι=λιγοθυμώ]

Advertisements