Ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) για μεγάλο διάστημα κατά την περίοδο 1868-1876 έζησε στη Μητρόπολη της Λάρνακας όπου συγγενής του ήταν ο Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης. Από την περίοδο αυτή σώζονται τα πρώτα ποιήματα του Μιχαηλίδη κι ανάμεσά τους τρία λυρικά του 1875 (“Το σίγαρον”, “Ο αποχωρισμός”, Το αεράκι”) τα οποία σχετίζονται με το “πρωτο, γνωστό ερωτικό ειδύλλιο της ζωής του”.

Γράφει σε σχετικό δημοσίευμά του, το 1933, ο Αντώνης Κ. Ιντιάνος :

“Ο μακαρίτης Λουκής Πιερίδης σ’ ένα του γράμμα ημερομηνίας 31.5. 1929, σταλμένο σε μένα, γράφει σ’ απάντηση σχετικά μ’ ερωτήσεις μου απάνω στο τραγούδι [“Το σίγαρον”] πως στο σαλόνι του Μπαρτζίλι σύχναζαν ταχτικά όλοι οι διανοούμενοι και προύχοντες της εποχής καθώς και οι πρόξενοι των ξένων Δυνάμεων. Η κυρία Μπαρτζίλι, αδελφή του Ρισιάτ Mαττέη [Richard Mattei], του πλούσιου ιταλού χρηματιστή και βουλευτή, ενός από τους πρωτοδιορισθέντες βουλευτές πριν από το σύνταγμα του 1882, είχε τέσσερις θυγατέρες, την Eugenie, την Άδα ―που πήρε σε δεύτερο γάμο ο ποιητής Γουσταύος Λαφφών, τη Μαρή και την Ίρενα. Στο σπίτι τους σύχναζε κι ο Βασίλης που φαίνεται πως ερωτευόταν την πρώτη. Αυτή μια μέρα τύλιξε ένα σιγαρέτο που το πρόσφερε στον ποιητή κι η τέτοια περίσταση γέννησε τ΄ομώνυμο τραγούδι. Μερικοί άλλοι, όμως, με πληροφορούνε πως, μ’ όλον που το τραγούδι αυτό γράφτηκε για το σιγαρέτο που του πρόσφερε η Eugenie, ο ποιητής αγαπούσε την πιο μικρή, την Ίρενα, που πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία και που την αγαπούσε επίσης ο ποιητής Θεμιστοκλής Θεοχαρίδης”.

Το σίγαρον

Ώ δροσερόν μου σίγαρον, τις σ’ έδωκεν την δρόσον,

τις σ’ έδωκεν την δύναμιν και με δροσίζεις τόσον;

Μην έλαβες την δύναμιν εκ των κομψών δακτύλων,

οπόταν σε συνέθλιβον και σ’ έκαμναν στρογγύλον;

Την δρόσον μήπως σ’ έδωκε με ένα απασμόν της,

η γλώσσα, ήτις σ’ έβρεξε με το γλυκύ υγρόν της;

Μήπως κανένα μυστικόν σε είπε, και γνωρίζεις,

κι οπόταν με τα χείλη μου σε πίνω ψιθυρίζεις;

Ειπέ το, σίγαρόν μου, πριν ολοτελώς σε καύσω,

αν είν’ ωραίον να χαρώ, αν είν’ κακόν να κλαύσω!

Εν Λάρνακι 1875

Μία άλλη δημοσιευμένη μαρτυρία του γεννημένου στη Λάρνακα ποιητή Δημήτρη Θ. Λιπέρτη, ο οποίος ζούσε τότε στην πόλη και γνώριζε προσωπικά τον Μιχαηλίδη, αναφέρει :

“Ο αείμνηστος Βασίλης, όστις, καθώς ξεύρετε, ήτο συγγενής του μακαρίτου Κυπριανού, ευρίσκετο μεταξύ άλλων Λευκονοιτζιατών εν τη Μητροπόλει Λάρνακος, υπηρετών ως οικονόμος ―κελλάρης. Μου φαίνεται ότι ο Μητροπολίτης δεν τον ηυνόει και πολύ, καθότι δεν είχε μεριμνήσει δεόντως περί της μορφώσεώς του, και τούτο ο Βασίλης, όστις πράγματι ήξιζεν όλους τους άλλους συγγενείς του Δεσπότη, το έφερεν, πάνυ δικαίως, πολύ βαρέως· τον ήκουσα κι εγώ παραπονούμενον. Τούτου ένεκα ηναγκάσθη να μεταβεί εις το εξωτερικόν προς εύρεσιν πόρου ζωής, και προς εκμάθησιν της ζωγραφικής, όθεν μετά καιρόν επέστρεψε πάσχων από ισχυράν ισχυαλγίαν.

Νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω ότι πριν ή αναχωρήσει έγραψεν επί του τοίχου ενός δωματίου της Μητροπόλεως το κάτωθι ποίημα, και τούτο δια να πειράξει τον Μητροπολίτην Κυπριανόν, όστις, ως σας είπον, δεν τον είχεν περί πολλού :

Στ’ ανάκτορά σου, Άνασσα, να μεταβώ σκοπεύω

αιχμάλωτός σου να γινώ, διότι σε λατρεύω.

Δεν φαίνεται παράδοξον να γίν’ η θέλησίς σου,

αν είναι πεπρωμένον.

― Αλλά να θύσεις δι’ εμέ το έαρ της ζωής σου.

― Αχ! είν’ εδώ θαμμένον.

[Ποίημα του 1876]

Advertisements