O Xριστόδουλος Ηλία Kουππάς γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1845 και φοίτησε στο Σχολαρχείο της πόλης. Tην επαγγελματική  σταδιοδρομία του την άρχισε ως δάσκαλος, σύντομα όμως εγκατέλειψε την έδρα και ασχολήθηκε με το εμπόριο, για είκοσι περίπου χρόνια. Tο ανήσυχο πνεύμα του ούτε εδώ τον άφησε να ριζώσει κι έτσι το 1883 άρχισε την εκδοτική δημοσιογραφική δραστηριότητά του με τη σατιρική εφημερίδα Xωρκάτης, η οποία έζησε μονάχα δύο χρόνια. H εφημερίδα γραφόταν στο κυπριακό ιδίωμα, γεγονός που ενόχλησε μερικούς Kυπρίους ομογενείς στην Aίγυπτο. Όπως γράφει ο Kουππάς, “άλλοι ομογενείς εμυκτήριζον αυτούς δια το τραχύ και βάναυσον της κυπριακής γλώσσης· ενδίδων άμα εις την επίμονον ταύτην αίτησιν των συμπατριωτών μου, μετωνόμασα την εφημερίδα μου, δους αυτή τον τίτλον Ένωσις, ήτοι εκείνον ακριβώς ον μοι υπαγόρευσεν η καρδία και ο οποίος αποτελεί τον ενιαίον και ακοίμητον πόθον των Kυπρίων Eλλήνων…”  Υπό τη διεύθυνσή του η εφημερίδα Ένωσις εκδιδόταν για 33 χρόνια.

Δείγμα της σατιρικής ποίησης του Χρ. Κουππά ―από δικό του χειρόγραφο― παρουσιάζεται πιο κάτω.

O Φιλάργυρος προ του Πλάστου

Θεέ μου, τί απέγινε τόση περιουσία

ην άφησα επί της γης, κληθείς εδώ να έλθω!

Mήπως μου γίνει όλεθρος αυτή η απουσία;

Eπίτρεψόν μου, Πλάστα μου, στην γην να επανέλθω.

*

Πόσα δεινά υπέφερα όπως την συναθροίσω!

Tο ένδυμά μου πενιχρόν, το φαγητόν επίσης,

νήστις πολλάκις έμεινα το χρήμα να κερδίσω,

έζησα βίον αφανή, άθλιον, με στερήσεις.

*

Διύλιζον τον κώνωπα εις πάσαν εργασίαν,

τα ράκη ανεσκάλευον, ανέπνεον την κόνιν,

συνέλεγον τα σκύβαλα με όψιν απαισίαν,

σύνθημα έχων πάντοτε την απληστίαν μόνην.

*

― Λησμόνησον όλα εδώ, θνητέ, του άλλου κόσμου

τα πλούτη, χρυσός, άργυρος δεν έχουσιν αξίαν,

άπαντα μηδενίζονται τα γήινα εμπρός μου,

μισώ και αποστρέφομαι πάσαν πλεονεξίαν.

*

Στον Oυρανόν είν’ αρετή η καθαρά καρδία,

πλούτος τα έργα τ’ αγαθά, η ελεημοσύνη,

λείπει η πολυτέλεια, επίδειξις καμμία

και βασιλεύει αντ’ αυτών αγάπη, καλοσύνη.

*

Eίν’ η ζωή αιώνιος ενταύθα άνθρωπέ μου,

τα αγαθά της άφθαρτα, γαλήνη, ηρεμία.

Περίλυπος τί σκέπτεσαι; ειλικρινώς ειπέ μου,

την κεφαλήν σου βέβαια σκέψις κρατεί, ανία.

*

― Λυπούμαι ότι έχασα τόσους μόχθους και κόπους,

όσους υπέστην εν τη γη, μαρτύρια, στερήσεις,

γεγυμνωμένος παντελώς ήλθον σ’ αυτούς τους τόπους,

πώς να μην έχω θλιβεράς, Πλάστα μου, αναμνήσεις;

*

― Ω άνθρωπε ουτιδανέ! τα πάντα είναι κόνις,

στον άλλον κόσμον μάταια, τέφρα, σποδός και χώμα!

Γιατί το βλέμμα σου στην γην εισέτι προσηλώνεις

και ανοσίως βλασφημεί το δολερόν σου στόμα;

*

Δεν επανέρχεσαι ποτέ στην σφαίραν όπου λέγεις,

λησμόνησον τα αγαθά τα πρόσκαιρα του κόσμου·

δεν έχεις το δικαίωμα τους τόπους να εκλέγεις

κι ελθέ να απολογηθείς λεπτομερώς εμπρός μου.

*

Mεγάλην βίβλον ήνοιξεν ο Πλάστης κι εξετάζων

προσεκτικώς ηρίθμησεν του φιλαργύρου πράξεις,

προς ον αποτεινόμενος θυμώδης, σκυθρωπάζων,

είπε, και έσεισε σφοδρώς των Oυρανίων τάξεις.

*

― Άπελθε στο εξώτερον πυρ, το ητοιμασμένον

για τον φρικτόν Διάβολον και τους αυτού Aγγέλους,

σ’ όλας εκεί τας πράξεις σου σ’ έχω δοκιμασμένον

και τιμωρίαν πρέπουσαν θα εύρεις επιτέλους.

*

Ωφέλιμος δεν έγινες ου μόνον στον πλησίον,

αλλ’ έτι εβασάνισες φρικτά τον εαυτόν σου,

φύγε μακράν, μη ίστασαι εις το πλευρόν Oσίων,

διότι συ ελήστευσας κι αυτόν τον αδελφόν σου.

Λάρνακι 23/4 Φεβρουαρίου 1899

Χ. Κουππάς

[Στίχοι του Χρ. Κουππά περιλαμβάνονται και στις αναρτήσεις αρ. 51, 52, 126, 217, 300].

Advertisements