[Tον Oκτώβριο 1917, όταν ο εικοσιοκτάχρονος Νικόδημος Mυλωνάς ήταν ακόμη Xωρεπίσκοπος Σαλαμίνος (το επόμενο χρόνο εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου), δημοσίεψε στο περιοδικό Eκκλησιαστικός Kήρυξ, της Iεράς Mητροπόλεως Kιτίου, άρθρο με τίτλο “Η κατάστασις του λαού” όπου, με λόγο τολμηρό που ίσως για πρώτη φορά ακουγόταν από πένα κυπρίου ιερωμένου, κρινόταν η πνευματική, κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση του κυπριακού λαού. (Το άρθρο αυτό ο Σάββας Xρίστης χαρακτήρισε κάποτε ως το πρώτο σοσιαλιστικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Kύπρο). Πρόκειται σίγουρα για ένα από τα πρώτα κείμενα του είδους που βλέπουν το φως στον κυπριακό περιοδικό τύπο, και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι γράφεται από ανώτερο εκκλησιαστικό και δημοσιεύεται σε επίσημο περιοδικό Mητροπόλεως.

Παρά το ότι από τότε έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας και πολλά έχουν αλλάξει ―τερματισμός Αγγλικής κατοχής, έντονη αστικοποίηση, αναβάθμιση μόρφωσης και κρατική εργοδότηση των εκπαιδευτικών― κάποια άλλα από όσα στιγματίζονται στο κείμενο επιβιώνουν στην κυπριακή κοινωνία έως τις μέρες μας].     

Ακολουθει εκτενές απόσπασμα από το άρθρο.

*

[…] Μάτην ο πλούτος χύνεται γύρω με σπατάλην· ο κύπριος διέρχεται αναίσθητος μπροστά εις τόσον μεγαλείον, εν υπομονή τρώγων τον άρτον της αθλιότητος και της πενίας εν αναμονή της μακαρίας επιβραβεύσεως των ουρανών ανθ’ όσων ενθάδε επείνασε. Τις η αιτία και τις ο υπεύθυνος;

Αλλά θα ήτο έργον ματαιοπονίας να ομιλήσει τις περί υπευθύνων. Εις τον μακάριον αυτόν τόπον ευθύναι ποτέ δεν ζητούνται, αν δε ζητηθούν ποτέ, θα ζητηθούν ―εστέ βέβαιοι― από όπου δεν υπήρξαν. Τόσον ο ραγιαδισμός εκυρίευσε την ψυχήν του αγρότου μας.

Θα ήτο δε αστείον να ομιλήσει κανείς περί ευθυνών και να επιχειρήσει τις υπεράσπισιν λαϊκών δικαιωμάτων εδώ, όπου η περί λαού αντίληψις εξισοί τούτον προς αμνόν άκακον αδιαμαρτυρήτως κειρόμενον. Εάν δε ποτέ ακούετε να γίνηται λόγος τις εν ονόματι των λαϊκών δικαιωμάτων να είσθε βέβαιοι ότι την στιγμήν εκείνην απεμπολούνται ταύτα αντί πινακίου φακής.

Τοιουτοτρόπως δε συμβαίνει ώστε, ενώ καθ’ εκάστην σχεδόν άνδρες βουληφόροι αναδεικνύονται δια της ψήφου του λαού, ίνα προστώσι τούτου εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, δεν βλέπομεν ουδέ καν ένα τούτων να κινηθεί, να ταχθεί ο πρωτοπόρος μιας πανστρατιάς νέων ανδρών, ήτις με τον πέλεκυν μιας νέας σκέψεως θα κόψει σύρριζα αιωνοβίους προλήψεις και δεισιδαιμονίας του λαού.

Πού ποτε βλέπει τις τον τροβαδούρον των λαϊκών μαζών, ο οποίος με το ποίημα της θετικής σκέψεως να πλάσει από το λαϊκόν τούτο χάος τον σφριγηλόν κόσμον που θα ξεύρει ν’ αγαπά την γην ως την αιωνίαν μητέρα και τροφόν του;

Τοιουτοτρόπως συμβαίνει ώστε έσχατοι ημείς βαίνομεν συρόμενοι όπισθεν του άρματος των ξένων λαών πιθηκίζοντες εν τη απομιμήσει αυτών και όταν τα αδύνατα από την πείναν σκέλη μας αρνούνται να μας υπηρετήσουν εις τον θυελλώδη τούτον δόλιχον της ανθρωπίνης προόδου, δάκνοντες τα χείλη από φθόνον, αυτοπαρηγορούμεθα ευρίσκοντες ισάξιον αντίρροπον της βραδυπορίας ταύτης εν τη αναμνήσει των προγονικών θησαυρών.

Και θα ήδύνατό τις να παρηγορηθεί σκεπτόμενος ότι λαός μεμορφωμένος πνευματικώς δεν δύναται παρά να εύρει αφ’ εαυτού τα μέσα να αναπλάσει εαυτόν και να ακολουθήσει τους άλλους λαούς εν τω ιλίγγω της προόδου και του πολιτισμού.

Έν βλέμμα επί της όψεως ταύτης θα ηδύνατο να μας οδηγήσει προς εμβάτευσιν του προσεχούς μέλλοντος εγκλείοντος εν αυτώ τας σωστικάς ελπίδας.

Δυστυχώς η συμμαχία και επιμαχία κυβερνητικής αφροντισίας κα;ι κρυφίων προσωπικών συμφερόντων δίδουσι καιρόν εις το σχολαστικότερον των προγραμμάτων και συστημάτων όσα ποτέ εξεκολάφθησαν εις διδασκαλικόν εγκέφαλον να απομυζά κάθε ικμάδα ζωής από τον τρυφερόν εγκέφαλον του κυπρίου παιδός.

Ήδη δύο περίπου γενεαί εγαλουχήθησαν με την ξηρότητα του τοιούτου προγράμματος και όμως η λιτή λαϊκή βιβλιοθήκη αποτελούμενη από ευσεβή Συναξάρια, τα παραμύθια του Συντύπα και τα τραγούδια των επιχωρίων ποιητών ούτε κατά ένα τόμον ηυξήθη, εξ εκείνων τα οποία θα  είχον θέμα την πεζότητα του χωραφίου, και την χυδαιότητα του δένδρου.―Αιτία τούτου η ψυχρά και άνευ ενθουσιασμού διδασκαλία η πλανωμένη εις τα νεφελώματα των ιδεών και μη καταδεχόμενη να προσγειωθεί επί του εδάφους της θετικότητος. Η διδάσκαλοί μας, κατά πάνταν αξιέπαινοι νέοι, ονειρευόμενοι την διάπλασιν του λαού κατά το πρότυπον των προηγμένων τοιούτων λαών, συντόμως αφομοιούνται με το περιβάλλον αυτών, διότι δεν επλάσθησαν ούτοι καταλλήλως ώστε να γίνουν ζύμη ήτις θα αφομοιώσει το πελώριον φύραμα του λαού.

Τοιουτοτρόπως συμβαίνει ώστε εκτός από ολίγην ανάγνωσιν και γραφήν (και ταύτην μετ’ εμποδίων) ο κύπριος παις εξέρχεται του σχολείου και εισέρχεται εις την ζωήν με εγκέφαλον ηλαφρωμένον από τας αναγκαιούσας γνώσεις. Και τούτο διότι ο διδάσκαλός του ουδέποτε ηθέλησε να στρέψει την προσοχήν του προς το μέγα βιβλίον της φύσεως, αφ’ ου θα δυνηθεί να αντλήσει τας αναγκαίας γνώσεις.

Αλλαχού οι διδάσκαλοι είναι οι κοινωνικοί μοχλοί που δίδουν την ώθησιν εις τας μάζας των λαών. Εδώ οι διδάσκαλοι κρατούνται μακράν της ζωής και αν ποτέ εισέλθουν εις αυτήν θα εισέλθουν κατόπιν αδείας των κατά τόπους κομματαρχών δουλώσαντες πρότερον την οντότητά των εις τον οκτάπουν του κοινοτικού άρχοντος, ο οποίος είναι έτοιμος να εξακοντίσει τον δυστυχή διδάσκαλον εις το άλλο άκρον της νήσου ευθύς ως αντιληφθεί τούτον διδάσκοντα καινά δαιμόνια (ταμιευτήρια, συνεταιρισμούς, γεωργικάς τραπέζας κλπ.) εις τους ευτυχείς δουλοπαροίκους της χωροδεσποτείας του. […]

Advertisements