Ο λαϊκός ποιητής Ανδρέας Π. Μαππούρας (1918-1998), από την Αραδίππου, ήταν για περίπου μισό αιώνα πολύ οικεία δημιουργική παρουσία στην πόλη της Λάρνακας. Γνωστός ευρύτερα στην Κύπρο ως ο τελευταίος “επαγγελματίας ποιητάρης”, δηλ. ο τελευταίος του είδους που εξασφάλιζε τα προς το ζην αποκλειστικά από την ποίησή του ―κάτι όχι τόσο ασυνήθιστο σε παλαιότερα χρόνια― κυκλοφορούσε διαθέτοντας τις φυλλάδες του σε κάθε ενδιαφερόμενο. Συμμετείχε επίσης στην ετήσια γιορτή του Κατακλυσμού στη Λάρνακα κερδίζοντας, πολύ συχνά, βραβεία.

Ο Παύλος Λιασίδης (1901-1985), από τη Λύση, είχε πρωτοδημοσιεύσει ποιητάρικες φυλλάδες το 1921, όμως η ποιότητα του κατοπινού έργου του τον ανέδειξε ως ένα από τους καλύτερους ιδιωματικούς ποιητές του τόπου. Το 1974, ύστερα από την τούρκικη Εισβολή, υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Λάρνακα, όπου έζησε έως το θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1985. Έξι μήνες αργότερα ένας άλλος σπουδαίος ιδιωματικός ποιητής, ο Κυριάκος Θ. Καρνέρας (1900-1986), από την Ξυλοτύμπου, ακολουθούσε τον Λιασίδη στον τάφο.

Την απώλεια αυτών των δύο ομοτέχνων του, με γνήσια συγκίνηση και έκδηλη ταπεινοφροσύνη, τίμησε ο νεότερός τους Ανδρέας Π. Μαππούρας στα ποιήματα που ακολουθούν, χωρίς να παραλείπει και κάποια κριτική της επικαιρότητας.

Στον αείμνηστον Παύλον Λιασίδην

Έφυες με παράπονον της προσφυγιάς θκειέ Παύλο

τζι ’εν θα ’χουμε συνάδερφον όπως εσέναν άλλο.

Σαν να ’σουν ένας τζιύρης μας με τες παραντζελιές σου

τζι έθελα πάντα να πατώ μέσα στες αυλατζιές σου.

Α(ν) δεις που τους συντρόφους μας κανέναν εις τον Άδη

πε τους κανέναν ποίημα ας εν’ τζιαι για σημάδι.

Παλαίσην, για τον Κουρουζιά, τον Γιώρκον Κατσαντώνη,

πε τους το λλιανίσκουμεν ώσπου περνούν οι γρόνοι.

Τζι αν ευρεθούμεν κάποτε στον Άδη τζι εν’ κισμέτι

τζι έσιει λαούτα τζιαι βκιολιά  κάμνεις μας ζιαφέτι.

Έναν κλωνί βασιλιτζιάν στεφάνι σου χαρίζω

τζι ως που ’χω πάνω μου οπνιάν εν να σε μακαρίζω.

Ανδρέας Μαππούρας 29-9-1985

Στην μνήμην του αξέχαστου συνάερφού μου

Ποιητή

Αείμνηστου Κυριάκου Καρνέρα

Έπαρτους σιαιρετίσματα

Έφυες Γέρο Πλάτανε τζι εσού κατόπιν τ’ άλλου,

θέλω να πω, του φίλου μας του μακαρίτη Παύλου.

Μπορεί να σου ’πεν κάποτε, φαίνεται μιαν ημέρα,

“Έτο πααίννω, τζι έρκεσαι κατόπιν μου, Καρνέρα”.

Συμφωνημένοι να ’σαστον ήτουν να γελαστείτε

που έξι μήνες τζι ύστερα να πάεις να βρεθείτε.

Αν δειτε τους συντρόφους μας τζει κάτω τζει που πάτε,

περνούν νάκκον καλλίτερα κανέναν αρωτάτε.

Τζει κάτω πέρκι ’εν έσιει κλέφτες, όπως ’δα πάνω,

όσα τζι αν έχουν θέλουσιν για να ’χουν παραπάνω.

Ούτε ’εν να γυρίζουσιν τες πόρτες να κτυπούσιν

για Δήμαρχους τζιαι βουλευτές ψήφους για να ζητούσιν.

Αν κάμνουσιν πυρηνικά, πυραύλους τζιαι κανόνια,

’εν να λαλούμεν του Θεού να μας πιντώννει γρόνια.

Αν ’εν την ίδιαν ζωή που ζιουν οι πεθαμμένοι,

να μείνουμεν στον τόπον μας που ’μαστον μαθημένοι.

’Πο τούτα ούλα ’εν έσιει στον Άδην σαν λαλούσιν,

έπαρ’ τους σιαιρετίσματα τζιαι να μας καρτερούσιν.

Ανδρέας Μαππούρας, Αραδίππου 30-3-86

[Γλωσσάρι : κισμέτι (τουρκ.) = μοίρα / ζιαφέτι (τουρκ.) = γλέντι / οπνιά = αναπνοή / πέρκι (τουρκ.) = ίσως / πιντώννω = προσθέτω].

Advertisements