You are currently browsing the category archive for the ‘Εκκλησία’ category.

[Tον Oκτώβριο 1917, όταν ο εικοσιοκτάχρονος Νικόδημος Mυλωνάς ήταν ακόμη Xωρεπίσκοπος Σαλαμίνος (το επόμενο χρόνο εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου), δημοσίεψε στο περιοδικό Eκκλησιαστικός Kήρυξ, της Iεράς Mητροπόλεως Kιτίου, άρθρο με τίτλο “Η κατάστασις του λαού” όπου, με λόγο τολμηρό που ίσως για πρώτη φορά ακουγόταν από πένα κυπρίου ιερωμένου, κρινόταν η πνευματική, κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση του κυπριακού λαού. (Το άρθρο αυτό ο Σάββας Xρίστης χαρακτήρισε κάποτε ως το πρώτο σοσιαλιστικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Kύπρο). Πρόκειται σίγουρα για ένα από τα πρώτα κείμενα του είδους που βλέπουν το φως στον κυπριακό περιοδικό τύπο, και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι γράφεται από ανώτερο εκκλησιαστικό και δημοσιεύεται σε επίσημο περιοδικό Mητροπόλεως.

Παρά το ότι από τότε έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας και πολλά έχουν αλλάξει ―τερματισμός Αγγλικής κατοχής, έντονη αστικοποίηση, αναβάθμιση μόρφωσης και κρατική εργοδότηση των εκπαιδευτικών― κάποια άλλα από όσα στιγματίζονται στο κείμενο επιβιώνουν στην κυπριακή κοινωνία έως τις μέρες μας].     

Ακολουθει εκτενές απόσπασμα από το άρθρο.

*

[…] Μάτην ο πλούτος χύνεται γύρω με σπατάλην· ο κύπριος διέρχεται αναίσθητος μπροστά εις τόσον μεγαλείον, εν υπομονή τρώγων τον άρτον της αθλιότητος και της πενίας εν αναμονή της μακαρίας επιβραβεύσεως των ουρανών ανθ’ όσων ενθάδε επείνασε. Τις η αιτία και τις ο υπεύθυνος;

Αλλά θα ήτο έργον ματαιοπονίας να ομιλήσει τις περί υπευθύνων. Εις τον μακάριον αυτόν τόπον ευθύναι ποτέ δεν ζητούνται, αν δε ζητηθούν ποτέ, θα ζητηθούν ―εστέ βέβαιοι― από όπου δεν υπήρξαν. Τόσον ο ραγιαδισμός εκυρίευσε την ψυχήν του αγρότου μας.

Θα ήτο δε αστείον να ομιλήσει κανείς περί ευθυνών και να επιχειρήσει τις υπεράσπισιν λαϊκών δικαιωμάτων εδώ, όπου η περί λαού αντίληψις εξισοί τούτον προς αμνόν άκακον αδιαμαρτυρήτως κειρόμενον. Εάν δε ποτέ ακούετε να γίνηται λόγος τις εν ονόματι των λαϊκών δικαιωμάτων να είσθε βέβαιοι ότι την στιγμήν εκείνην απεμπολούνται ταύτα αντί πινακίου φακής.

Τοιουτοτρόπως δε συμβαίνει ώστε, ενώ καθ’ εκάστην σχεδόν άνδρες βουληφόροι αναδεικνύονται δια της ψήφου του λαού, ίνα προστώσι τούτου εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, δεν βλέπομεν ουδέ καν ένα τούτων να κινηθεί, να ταχθεί ο πρωτοπόρος μιας πανστρατιάς νέων ανδρών, ήτις με τον πέλεκυν μιας νέας σκέψεως θα κόψει σύρριζα αιωνοβίους προλήψεις και δεισιδαιμονίας του λαού.

Πού ποτε βλέπει τις τον τροβαδούρον των λαϊκών μαζών, ο οποίος με το ποίημα της θετικής σκέψεως να πλάσει από το λαϊκόν τούτο χάος τον σφριγηλόν κόσμον που θα ξεύρει ν’ αγαπά την γην ως την αιωνίαν μητέρα και τροφόν του;

Τοιουτοτρόπως συμβαίνει ώστε έσχατοι ημείς βαίνομεν συρόμενοι όπισθεν του άρματος των ξένων λαών πιθηκίζοντες εν τη απομιμήσει αυτών και όταν τα αδύνατα από την πείναν σκέλη μας αρνούνται να μας υπηρετήσουν εις τον θυελλώδη τούτον δόλιχον της ανθρωπίνης προόδου, δάκνοντες τα χείλη από φθόνον, αυτοπαρηγορούμεθα ευρίσκοντες ισάξιον αντίρροπον της βραδυπορίας ταύτης εν τη αναμνήσει των προγονικών θησαυρών.

Και θα ήδύνατό τις να παρηγορηθεί σκεπτόμενος ότι λαός μεμορφωμένος πνευματικώς δεν δύναται παρά να εύρει αφ’ εαυτού τα μέσα να αναπλάσει εαυτόν και να ακολουθήσει τους άλλους λαούς εν τω ιλίγγω της προόδου και του πολιτισμού.

Έν βλέμμα επί της όψεως ταύτης θα ηδύνατο να μας οδηγήσει προς εμβάτευσιν του προσεχούς μέλλοντος εγκλείοντος εν αυτώ τας σωστικάς ελπίδας.

Δυστυχώς η συμμαχία και επιμαχία κυβερνητικής αφροντισίας κα;ι κρυφίων προσωπικών συμφερόντων δίδουσι καιρόν εις το σχολαστικότερον των προγραμμάτων και συστημάτων όσα ποτέ εξεκολάφθησαν εις διδασκαλικόν εγκέφαλον να απομυζά κάθε ικμάδα ζωής από τον τρυφερόν εγκέφαλον του κυπρίου παιδός.

Ήδη δύο περίπου γενεαί εγαλουχήθησαν με την ξηρότητα του τοιούτου προγράμματος και όμως η λιτή λαϊκή βιβλιοθήκη αποτελούμενη από ευσεβή Συναξάρια, τα παραμύθια του Συντύπα και τα τραγούδια των επιχωρίων ποιητών ούτε κατά ένα τόμον ηυξήθη, εξ εκείνων τα οποία θα  είχον θέμα την πεζότητα του χωραφίου, και την χυδαιότητα του δένδρου.―Αιτία τούτου η ψυχρά και άνευ ενθουσιασμού διδασκαλία η πλανωμένη εις τα νεφελώματα των ιδεών και μη καταδεχόμενη να προσγειωθεί επί του εδάφους της θετικότητος. Η διδάσκαλοί μας, κατά πάνταν αξιέπαινοι νέοι, ονειρευόμενοι την διάπλασιν του λαού κατά το πρότυπον των προηγμένων τοιούτων λαών, συντόμως αφομοιούνται με το περιβάλλον αυτών, διότι δεν επλάσθησαν ούτοι καταλλήλως ώστε να γίνουν ζύμη ήτις θα αφομοιώσει το πελώριον φύραμα του λαού.

Τοιουτοτρόπως συμβαίνει ώστε εκτός από ολίγην ανάγνωσιν και γραφήν (και ταύτην μετ’ εμποδίων) ο κύπριος παις εξέρχεται του σχολείου και εισέρχεται εις την ζωήν με εγκέφαλον ηλαφρωμένον από τας αναγκαιούσας γνώσεις. Και τούτο διότι ο διδάσκαλός του ουδέποτε ηθέλησε να στρέψει την προσοχήν του προς το μέγα βιβλίον της φύσεως, αφ’ ου θα δυνηθεί να αντλήσει τας αναγκαίας γνώσεις.

Αλλαχού οι διδάσκαλοι είναι οι κοινωνικοί μοχλοί που δίδουν την ώθησιν εις τας μάζας των λαών. Εδώ οι διδάσκαλοι κρατούνται μακράν της ζωής και αν ποτέ εισέλθουν εις αυτήν θα εισέλθουν κατόπιν αδείας των κατά τόπους κομματαρχών δουλώσαντες πρότερον την οντότητά των εις τον οκτάπουν του κοινοτικού άρχοντος, ο οποίος είναι έτοιμος να εξακοντίσει τον δυστυχή διδάσκαλον εις το άλλο άκρον της νήσου ευθύς ως αντιληφθεί τούτον διδάσκοντα καινά δαιμόνια (ταμιευτήρια, συνεταιρισμούς, γεωργικάς τραπέζας κλπ.) εις τους ευτυχείς δουλοπαροίκους της χωροδεσποτείας του. […]

Advertisements

Λίγο πριν από τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το τουριστικό πρακτορείο Μαντοβάνη (Mantovani Tourist Agency) της Λάρνακας κυκλοφόρησε σειρά ταχυδρομικών δελταρίων με αξιοθέατα ή άλλα θέματα σχετιζόμενα με την Κύπρο. Οι φωτογραφίες είχαν ετοιμαστεί από το φωτογραφείο Γκλάζνερ (Glaszner Studio) και εκτυπώθηκαν στη Γερμανία. Ένα από τα δελτάρια περιλάμβανε φωτογραφία του υπόγειου «τάφου του Αγίου Λαζάρου» στην ομώνυμη εκκλησία της πόλης, πλάι σε σχέδιο της Ανάστασης του Αγίου, του 1837 από τον χαράκτη Πέτρο Ποιάνι.

[Η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου όπως είναι σήμερα]

Η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Λάρνακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα τραγικά γεγονότα της Σφαγής των Αδάνων, μάλιστα δε αποτελεί το πρώτο μνημείο σε ολόκληρη την Αρμενική Διασπορά εις μνήμην των μαρτύρων των σφαγών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αναμνηστική επιγραφή πάνω από την είσοδο πλαισιώνεται από πάνω με τη μορφή και το όνομα του Πατριάρχη Χάικ, και από κάτω με τα σύμβολα και τις συντμήσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς, Ιωάννης)· στη μέση βρίσκεται η επιγραφή «Εις μνήμην των μαρτύρων της Κιλικίας, 1 Απριλίου 1909», και στο κέντρο της εικόνα του Βασιλέα Λέοντα Ε΄, του τελευταίου Βασιλιά της Κιλικίας. Πιο πάνω βρίσκεται φεγγίτης, με μια μορφή αγγέλου ως επιστέγασμα.

Αμέσως μετά τη Σφαγή των Αδάνων, κατέφθασαν στην Κύπρο περίπου 2.000 Αρμένιοι πρόσφυγες, ενώ το Κιλικιακό πέλαγος ξέβραζε πτώματα σφαγιασθέντων Αρμενίων στις ακτές της Κερύνειας (Λάπηθος, Άγιος Επίκτητος, Άγιος Αμβρόσιος), και στη χερσόνησο της Καρπασίας. Οι περισσότεροι Αδανίτες πρόσφυγες έμειναν προσωρινά στη Λάρνακα, και το 1910 επέστρεψαν στην Κιλικία. Για τις λατρευτικές τους ανάγκες έκτισαν πρόχειρα ένα μικρό παρεκκλήσι, οι εργασίες του οποίου όμως έμειναν ανολοκλήρωτες λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, αφού οι διώξεις και οι σφαγές στην ιστορική Αρμενία δεν επέτρεπαν τη διενέργεια εράνων για τη συμπλήρωση της εκκλησίας.

Στις Στις 24 Οκτωβρίου1912, ο Αρμένιος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Hovhannes Arsharouni δίνει άδεια προς διενέργεια εράνου για τα αναγκαία έξοδα προς συμπλήρωση των εργασιών της εκκλησίας, γράφοντας τα εξής στην αρχική σελίδα του καταστίχου: «Λόγω της αύξησης στον αριθμό των Αρμενίων στη Λάρνακα, έχει γίνει αναγκαία η ανέγερση μιας εκκλησίας. Η υποεπιτροπή οικονομικών της κεντρικής εθνικής επιτροπής στην οποία είχε ανατεθεί η φροντίδα γι’ αυτό το κεφάλαιο, έχοντας επιβεβαιώσει την ανάγκη για μια εκκλησία, ένα σχολείο και ένα κοιμητήριο, έχει δώσει την υποστήριξή της για τη συλλογή δωρεών εκτός της Πρωτεύουσας, μέχρι του ποσού των 300 αγγλικών λιρών εντός ορίου του ενός ημερολογιακού έτους. […]».

Ο Καθόλικος (Πατριάρχης) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Sahag II, και ο Μητροπολίτης Αδάνων, Επίσκοπος Yeghishe Garoyian έγραψαν τις εισφορές στον έρανο, και στις 9/23 Μαρτίου 1913, η εκκλησιαστική επιτροπή Λευκωσίας με επιστολή της ευχαριστεί τον Καθόλικο Sahag II για τη συνδρομή του στο θεάρεστο αυτό έργο, διαβεβαιώνοντάς τον πως «στο εγγύς μέλλον, το παρεκκλήσι αυτό που είναι αφιερωμένο στην αοίδιμο μνήμη των πολυάριθμων θυμάτων της Κιλικίας, θα αναδύεται ως αιώνιο μνημείο μπροστά από τα κύματα της Μεσογείου, μέσα στα οποία κοιμούνται τον αιώνιο τους ύπνο τα άτυχα αλλά πάντοτε αθάνατα και αεί ένδοξα πρόσφατα θύματα της Κιλικίας».

Η εκκλησία αυτή, που ολοκληρώθηκε την 1η Απριλίου 1913, ανεγέρθηκε ως μνημείο των μαρτύρων της Κιλικίας υπό την αιγίδα της εκκλησιαστικής επιτροπής της Λευκωσίας, με τις ανιδιοτελείς προσπάθειες του κου Hagop Hovsepian και τη συμβολή του αρμένικου λαού της Κιλικίας και της εν Κύπρω διαμένουσας αρμενικής κοινότητας. Μάλιστα δε, οι συνεισφορές δεν προήλθαν μόνο από τους Αρμενοκύπριους, αλλά και από Αρμένιους της Κιλικίας, του Ανταπαζάρ (πόλη στη βορειοδυτική Τουρκία) και της Αιγύπτου, υπό την προσωπική επιμέλεια του κου Χοβσεπιάν. Από φωτογραφίες της εποχής, βλέπουμε ότι αρχικά υπήρχε και ένας μικρός τρούλλος, ο οποίος όμως αφαιρέθηκε αργότερα.

Η εκκλησία αφιερώθηκε στον Άγιο Στέφανο, προστάτη-Άγιο των Αδάνων, και αποτελεί μικρότερο αντίγραφο της εκκλησίας της πόλης, που κάηκε από τον όχλο των Τούρκων. Η πρώτη Θεία Λειτουργία έγινε το Μάιο του 1914, χοροστατούντος του Ανώτερου Αρχιμανδρίτη Serovpe Samuelian από την Ιερουσαλήμ. Ο καθαγιασμός της εκκλησίας έγινε το 1918 από τον Αρχιεπίσκοπο Taniel Hagopian, ο οποίος υπήρξε ο αναπληρωτής πνευματικός ποιμένας της Αρμενικής Λεγεώνας, που το 1917 σχηματίστηκε και εκπαιδεύθηκε κοντά στο χωριό Μπογάζι της επαρχίας Αμμοχώστου· το 1920 υπηρέτησε ως προκαθήμενος της τοπικής αρμενικής εκκλησίας.

Η εκκλησία ανακαινίστηκε εσωτερικά μεταξύ 1956-1957. Το 1998 έγινε γενική ανακαίνισή της. Από το 1975, λειτουργείται κάθε δεύτερη Κυριακή του μήνα, εναλλάξ με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Λεμεσό. Εορτάζει την τελευταία εβδομάδα του Δεκέμβρη.

Το κτίσιμο της εκκλησίας

Η εκκλησία όπως ήταν αρχικά με τρούλλο

Η πρώτη Θεία Λειτουργία (1914)

[Συντομευμένη μορφή κειμένου από την εφημερίδα Artsakank. Δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, ο οποίος παραχώρησε και τις φωτογραφίες].

Η σημερινή εκκλησία του Αγίου Ιωάννου, στην ομώνυμη συνοικία της Λάρνακας, είναι κτίσμα του 1715, όταν επί Μητροπολίτη Κιτίου Σιλβέστρου ανακαινίστηκε εκ βάθρων παλαιότερος ναός που βρισκόταν εκεί, ίσως από την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Νεότερη ανακαίνιση έγινε και το 1853.

Πιο κάτω παρατίθεται περιγραφή της εκκλησίας, από το πολύτιμο βιβλίο του ιερομ. Σωφρόνιου Γ. Μιχαηλίδη, Ιστορία της κατά Κίτιον Εκκλησίας (1992):

“Υπήρξε ο καθεδρικός ναός της Μητροπόλεως Κιτίου μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, οπότε η μητρόπολις μετεφέρθη από τον Κιτίου Μακάριο Α΄ στο ναό του Σωτήρος. […]

Η εκκλησία είναι θολωτή και μονόχωρη. Τις τρεις πλευρές του ναού (βόρεια, νότια και δυτική) διατρέχει στοά, ενώ στη βόρεια και δυτική πλευρά είναι κτισμένα κελλιά και Συνοδικό. Στο νάρθηκα, στη δυτική πλευρά, υπάρχει μαρμάρινος άμβων, έργο του 1842. Το καμπαναριό του ναού, ψηλό και με πολλά σκαλίσματα, είναι από τα ωραιότερα στην Κύπρο.

Ο ναός έχει επίσης ωραίο ξυλόγλυπτο εικονοστάσι του 18ου αιώνα, και πολλές ωραίες παλαιές βυζαντινές εικόνες δοκίμων αγιογράφων, μεταξύ των οποίων και του Κρητικού Εμμανουήλ Τζανφουρνάρη. Έχει, ακόμη, ωραίο ξύλινο γυναικωνίτη. Γενικά, αποτελεί ένα από τους γραφικότερους ναούς της επαρχίας Κιτίου.

Ο ναός αυτός έζησε παλαιότερες ημέρες δόξης και είχε, όπως και ο Άγιος Λάζαρος, πολυπληθές ιερατικό προσωπικό (πρωτοσύγγελλο, σύγκελλο, εφημερίους, σκευοφύλακα, διάκονο)”.

[Εικονογράφηση : (α) Εκκλησία Αγίου Ιωάννη, σχέδιο με πενάκι, του Idwal Brian Bessant, δεκαετία 1980. (β) Η πρώτη σελίδα του “Βιβλίου Γεννήσεων και Βαπτίσεων της Ενορίας Αγίου Ιωάννου Λάρνακος της νήσου Κύπρου. Αρχόμενον από του Σωτηρίου Έτους 1838”].

Στις 17 Οκτωβρίου 1948 ο Πεζοπορικός Όμιλος Λάρνακας (ΠΟΛ) με πολιτικό μνημόσυνο τίμησε τα έντεκα χρόνια από τον θάνατο του εξόριστου Μητροπολίτη Κιτίου Νικόδημου Μυλωνά (1889-1937). Η εκδήλωση έγινε στο προαύλιο του σωματείου, το οποίο στεγαζόταν τότε στο κτήριο του Νηπιαγωγείου Καλογερά, πλάι στην Αστική Καλογερά. Στο πυκνό ακροατήριο περιλαμβανόταν και ο Μητροπολίτης Μακάριος Β΄ (κατόπιν Αρχιεπίσκοπος Κύπρου) που μόλις λίγους μήνες προηγουμένως είχε εκλεγεί στο θρόνο Κιτίου. Ομιλητές ήταν ο γραμματέας του Πεζοπορικού Νίκος Γ. Δημητρίου, ο δήμαρχος Πάφου Χριστόδουλος Γαλατόπουλος και ο πολιτευτής Ν. Κλ. Λανίτης. [Το φυλλάδιο της εκδήλωσης παρουσιάζεται στην ανάρτηση αρ. 37].

Mylonas1

Ο προαύλιος χώρος του Πεζοπορικού με το πυκνό πλήθος. Δεξιά στο βάθος το κτήριο του Δημοτικού Καλογερά.

Mylonas2

Τμήμα του πλήθους που παρακολούθησε την εκδήλωση. Στην πρώτη σειρά, πρώτος αριστερά ο Μητροπολίτης Μακάριος Β΄.

Ένας «αλλιώτικος» ναός του Αγίου Λαζάρου παρουσιάζεται στο ταχυδρομικό δελτάριο του Θ. Ν. Τουφεξή (από τη δεκαετία του 1930) όταν ακόμη η ομορφιά του κτίσματος κρυβόταν κάτω από την ισοπεδωτική κάλυψη χονδροειδούς σοβατίσματος.

StLazarusChurch

Ο τριανταδυάχρονος ιερομόναχος Λεόντιος Λεοντίου, ιεροκήρυκας στη Μητρόπολη Πάφου στέλλει στον εκπαιδευτικό και δημοσιογράφο Αντώνη Οικονόμου, στη Λάρνακα, την πιο κάτω επιστολή, λίγο πριν αναχωρήσει με διετή υποτροφία για θεολογικές σπουδές στις Η.Π.Α. Ως καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο στη Λάρνακα, κατά την περίοδο 1923-1926, είχε δημιουργήσει πολλούς δεσμούς με την πόλη.

Μετά τις σπουδές του και ενώ βρισκόταν στην Αμερική εξελέγη μητροπολίτης Πάφου, ως Λεόντιος Α΄. Ύστερα από τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Γ΄ υπηρέτησε ως τοποτηρητής του αρχιεπισκοπικού θρόνου (1933-1947), ενώ αργότερα, μετά την εξορία του Μητροπολίτη Κιτίου Νικοδήμου, ανέλαβε και ως τοποτηρητής της μητρόπολης Λάρνακας. Στις 29 Ιουνίου 1947 έγινε Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, έως το θάνατό του τριανταέξη μέρες αργότερα.

Leontios1Leontios2

Ι. Μητρόπολις Πάφου 27/2/1928

Αξιότιμέ μοι φίλε κ. Α. Οικονόμου,

Η συγχαρητήριος επιστολή σας επί τη υποτροφία μου, η αποπνέουσα το ευωδέστατον άρωμα της αγνής αγάπης, η θερμοτέρα πασών, όσας έχω λάβει, η πλέον συγκινήσασά με και δια τούτο εναποτεθειμένη όπου φυλάττω τα τιμαλφή μου, ευρίσκετο πάντοτε επί του γραφείου μου έως του νυν, οπότε μετά την ανησυχίαν, εις ην με ενέβαλεν η αναβολή επί τριμηνον της υποτροφίας μου, εύρον την ηρεμίαν να επικοινωνήσω πάνυ ευχαρίστως μεθ’ υμών και να ευχαριστήσω υμάς δι’ όσα εγράψατε.

Ευγνωμονώ, φίλτατέ μου, δια τας καλάς σας περί εμού ιδέας και γνώμας και ομολογώ ότι η μεγίστη δι’ εμέ ενθάρρυνσις είναι η αγάπη των φίλων μου, όπως υμείς σεβαστών και αξιολόγων.

Ουδέποτε, πιστεύσατε, θα λησμονήσω υμάς, καίτοι απεμακρύνθην εκ Λάρνακος και καίτοι, Θεού βοηθούντος, θα ευρεθώ μετ’ ου πολύ μακράν της πατρίδος, της φίλης πατρίδος, δεν θα παραλείπω δε ευκαιρίαν από του να σας ενθυμούμαι μετά της μεγαλυτέρας θέρμης.

Εις τους δεινούς του βίου αγώνας και τας τρικυμίας, ας συνεπάγεται η προσπάθεια προς πρόοδον τοιαύται αναμνήσεις είναι ουχί μόνον ευχάριστοι, αλλά και λίαν εποικοδομητικαί.

Λίαν λοιπόν υπόχρεως,

διατελώ

μετά πάσης τιμής

Υμέτερος

Λεόντιος Λεοντίου.

Υ.Γ. Σας συγχαίρω δια την συγγενή σας διδασκάλισσαν Έμπας· είναι τω όντι αξία συγχαρητηρίων· και εκ πρώτης όψεως εξετίμησα αυτήν, αλλ’ ήλθε και η γενική ομολογία των χωρικών να επιβεβαιώση την ατομικήν μου γνώμην.

Παρακαλώ χαιρετίσατε εκ μέρους μου τους εν Λάρνακι αγαπώντάς με και τους ενδιαφερομένους υπέρ εμού.

idem.

[Σημειώσεις: Η δασκάλα που αναφέρεται στο υστερόγραφο είναι η Ευανθία Β. Παπανδρέου. / idem=ο ίδιος].

Τον Οκτώβρη 1950, μετά την εκλογή του Μητροπολίτη Κιτίου Μακαρίου Β΄ ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου Μακαρίου Γ΄, κυκλοφόρησε στη Λάρνακα μικρού σχήματος φυλλάδιο τυπωμένο σε χαρτονάκι από το τυπογραφείο Π. Χειμωνίδη, όπου διακριτικά προβαλλόταν η υποψηφιότητα του ιερολογιοτάτου Ιάκωβου Παύλου για το θρόνο Κιτίου. Χαρακτηριστικό του ήθους του υποψηφίου είναι ότι στο φυλλάδιο δεν γινόταν συγκεκριμένη αναφορά υποψηφιότητας για τη Μητρόπολη Κιτίου και μόνο υπαινικτικά ο ιερωμένος προβαλλόταν ως “ο μόνος ενδεδειγμένος” για θέση που κενώθηκε μετά την αρχιεπισκοπική εκλογή. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη.

PavlouIacovos

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες εκκλησίες της Λάρνακας είναι η ενοριακή εκκλησία Παναγίας Χρυσοπολίτισσας, τόσο για την αρχιτεκτονική της όσο και για το εσωτερικό και τα κειμήλιά της. Μαρτυρίες για την εκκλησία υπάρχουν από τις αρχές του 17ου αιώνα, παρότι η ιστορία της πρέπει να ξεκινά από πολύ παλαιότερα, όταν πιθανόν να λειτούργησε και ως μονή. Τα τελευταία χρόνια (από το 2000) πραγματοποιήθηκαν εργασίες προσεκτικής αναπαλαίωσής της που ανέδειξαν όλη την ομορφιά του κτίσματος και αξιοποίησαν επωφελέστερα την παρουσία της στην ομώνυμη ενορία.

Το φωτογραφικό υλικό που παρουσιάζεται πιο κάτω αφορά σε παλαιότερα χρόνια.

Chrysopolitissa1900

Η κύρια είσοδος και οι ιερείς (φωτογραφία δημοσιευμένη το 1906)

Chrysopolitissa1924

Η στοά μπροστά στο ναο (σχέδιο πρώτων δεκαετιών 20ου αιώνα)

Chrysopolitissa1925Εορτασμός στην εκκλησία (φωτογραφία Glaszner, γύρω στα 1925)

Chrysopolitissa1930

Η ενορία Χρυσοπολίτισσας, με το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας αριστερά (φωτογραφία δεκαετίας 1930)

Στη δυτική πλευρά της εκκλησίας Αγίου Λαζάρου και δίπλα στο κτήριο της Αλληλοδιδακτικής Σχολής (1857) βρίσκεται μικρός περίκλειστος χώρος κοιμητηρίου με δεκαοκτώ διασωζόμενους τάφους Διαμαρτυρομένων ―κυρίως Αγγλικανών― (από τους οποίους οι δεκαέξι ενεπίγραφοι). Πρόκειται για τάφους ξένων κατοίκων της Λάρνακας ή περαστικών πολιτών ξένων χωρών οι οποίοι πέθαναν στην πόλη κατά την περίοδο 1685-1848 και βρήκαν εδώ χώρο ανάπαυσης.

Η πρώτη φωτογραφία και το σχέδιο που παρουσιάζονται πιο κάτω είναι του 1878, αμέσως μετά την έναρξη της Αγγλικής κατοχής. Στο σχέδιο ο καλλιτέχνης παίρνει την πρωτοβουλία να δώσει «ατμόσφαιρα ανατολής” στην εικόνα του προσθέτοντας και ένα μιναρέ (προφανώς του μακρινού Μεγάλου Τζαμιού, που μάλλον δεν πρέπει να φαινόταν από το σημείο όπου έγινε το σχεδίασμα). Η τελευταία φωτογραφία είναι της δεκαετίας του 1930 και παρουσιάζει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια τον χώρο του κοιμητηρίου.

StLazCemetery1878

StLazCemetery1880

StLazCemetery1930

Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031