You are currently browsing the category archive for the ‘Ιστορία’ category.

Eίδηση τοπικής εφημερίδας της Λάρνακας για άφιξη προσφύγων από τη Σμύρνη (κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου η Τουρκία είχε συμπαραταχθεί με τη Γερμανία) και σχετική ανακοίνωση του Άγγλου διοικητή της πόλης, οκτώ μήνες αργότερα. Χωρίς άλλα σχόλια. Τα συμπεράσματα δικά σας!

[Μάιος 1915]


Advertisements

Λόγω των πολεμικών συγκρούσεων κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία του 1918-1922 και της καταστροφής που ακολούθησε κατέφυγαν στην Κύπρο πολλοί μικρασιάτες πρόσφυγες, κυρίως Έλληνες και Αρμένιοι. Από αυτούς άλλοι παρέμειναν μονίμως στο νησί κι άλλοι αναχώρησαν αργότερα για άλλους προορισμούς.

Στη Λάρνακα βρίσκονταν αυτή την περίοδο πολλές οικογένειες μικρασιατών προσφύγων. Μικρό τεκμήριο παρουσίας τους είναι και το προσκλητήριο γάμων του Μιχαήλ Ζιαρζούρα και της Μαριάνθης Ν. Χιτίρογλου, που έγιναν στο Ξενοδοχείο Royal, την τελευταία μέρα του Δεκεμβρίου 1923 (με το «παλαιό» ημερολόγιο) επειδή την επομένη άρχιζε …δίσεκτη χρονιά!

Δεν γνωρίζουμε περισσότερα για οικογένειες Ζιαρζούρα και Χιτίρογλου στη Λάρνακα και ίσως κατόπιν έφυγαν από την πόλη ή και από την Κύπρο.

[Πριν από ακριβώς 130 χρόνια, τον Σεπτέμβριο του 1880, και μόλις δύο χρόνια ύστερα από την έναρξη της Αγγλικής κατοχής, κάποιος “πρίγκιπας Κάρολος Λουζινιανός”, ο οποίος ζούσε στην …Πριγκηπόνησο (!) της Προποντίδας, διεκδίκησε …ιδιοκτησία του νησιού και με επιστολές του πρότεινε να γίνει η Κύπρος ανεξάρτητο κράτος υπό την ηγεμονία του. Τούτο προκάλεσε πολλές και έντονες αντιδράσεις στο νησί, μία από τις οποίες ήταν και το πιο κάτω ψήφισμα του Ελληνικού Αναγνωστηρίου “Ο Κιτιεύς” της Λάρνακας].

Το

εν Λάρνακι Κύπρου Ελληνικόν Αναγνωστήριον “Ο Κιτιεύς” εν Γενική αυτού Συνεδριάσει, διεξελθόν το τε πρόγραμμα και την επιστολήν υπό ημερομηνίαν 24 Σεπτεμβρίου 1880 ε.π. του εν Πριγκηπονήσω  Κωνσταντινουπόλεως Κυρίου Καρόλου, του αυτοκαλουμένου Πρίγκηπος Λουσινιανού, και κατανοήσαν τα ιδιοτελή και παράδοξα αυτού επιχειρήματα, δι ων ούτος επιζητή τον διχασμόν του Ελληνισμού δια της εγκαθιδρύσεως της Κύπρου εις Κράτος αυτόνομον και ανεξάρτητον, υποδεικνύων άμα εαυτόν και ως ηγεμόνα, ακούσαν δε και της γνώμης της πόλεως ταύτης και του όλου διαμερίσματος Λάρνακος

Αποφαίνεται Ομοθύμως

Α΄. Ότι καθ’ ιστορικήν αλήθειαν Πρίγκηψ Λουσινιάν δεν υπάρχει, ότι από πολλού εκλιπόντος του τελευταίου Λουσινιανικού οίκου γόνου, και ότι η των Λουσινιανών δυναστεία δεν ήτο ημίν επιεικεστέρα των άλλων ξενικών δυναστειών, ουδ’ αναμνήσεις μάλλων ευαρέστους των άλλων κατέλιπε.

Β΄. Ότι γνήσιοι Έλληνες όντες ένα μόνον έχομεν πόθον, μίαν γλυκείαν και παρήγορον Ελπίδα, την μετά της Μητρός ημών Ελλάφος ένωσιν, ήτις θάττον ή βράδιον πεπείσμεθα ότι θα τελεσθή τη αρωγή του Μεγαθύμου και Γενναιόφρονος Αγγλικού Έθνους, κατά την αρχήν των εθνικοτήτων.

Όθεν

Απορρίπτει όλως τας υποβληθείσας προτάσεις του ειρημένου Κυρίου, ως και οίαν δήποτε άλλην αυτού ή ετέραν τινός πρότασιν, και διακηρύττει παρρησία ότι αποκρούει πάσαν παραπλησίαν ξενικήν ενέργειαν τείνουσαν εις το να χωρίση την ιδίαν Πατρίδα ημών του καθόλου Ελληνισμού.

Εγένετο και υπεγράφη

Σήμερον την 22αν Οκτωβρίου του Χιλιοστού οκτακοσιοστού ογδοηκοστού Σωτηρίου Έτους παρακαλουμένου του Κυρίου Προέδρου να δημοσιεύση το παρόν ψήφισμα δια του Τύπου, και κοινοποιήση αντίγραφον αυτού τω Κυρίω Καρόλω.

[υπογραφές]

Αχ. Ρώσσος, Θ. Μιτζής, Ν.Ι. Δημητρίου, Φ. Κωνσταντινίδης, Ι.Χρ. Παντελίδης, Σ. Οικονομόπουλος, Δ.Κ. Δημητρίου, Α. Τσέπης, Ι. Νικολαΐδης, Κ. Οικονομάκης, Κ. Μιτζής, Λάζαρος Δ. Ιωαννίδης.

[Η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου όπως είναι σήμερα]

Η εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στη Λάρνακα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα τραγικά γεγονότα της Σφαγής των Αδάνων, μάλιστα δε αποτελεί το πρώτο μνημείο σε ολόκληρη την Αρμενική Διασπορά εις μνήμην των μαρτύρων των σφαγών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αναμνηστική επιγραφή πάνω από την είσοδο πλαισιώνεται από πάνω με τη μορφή και το όνομα του Πατριάρχη Χάικ, και από κάτω με τα σύμβολα και τις συντμήσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς, Ιωάννης)· στη μέση βρίσκεται η επιγραφή «Εις μνήμην των μαρτύρων της Κιλικίας, 1 Απριλίου 1909», και στο κέντρο της εικόνα του Βασιλέα Λέοντα Ε΄, του τελευταίου Βασιλιά της Κιλικίας. Πιο πάνω βρίσκεται φεγγίτης, με μια μορφή αγγέλου ως επιστέγασμα.

Αμέσως μετά τη Σφαγή των Αδάνων, κατέφθασαν στην Κύπρο περίπου 2.000 Αρμένιοι πρόσφυγες, ενώ το Κιλικιακό πέλαγος ξέβραζε πτώματα σφαγιασθέντων Αρμενίων στις ακτές της Κερύνειας (Λάπηθος, Άγιος Επίκτητος, Άγιος Αμβρόσιος), και στη χερσόνησο της Καρπασίας. Οι περισσότεροι Αδανίτες πρόσφυγες έμειναν προσωρινά στη Λάρνακα, και το 1910 επέστρεψαν στην Κιλικία. Για τις λατρευτικές τους ανάγκες έκτισαν πρόχειρα ένα μικρό παρεκκλήσι, οι εργασίες του οποίου όμως έμειναν ανολοκλήρωτες λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, αφού οι διώξεις και οι σφαγές στην ιστορική Αρμενία δεν επέτρεπαν τη διενέργεια εράνων για τη συμπλήρωση της εκκλησίας.

Στις Στις 24 Οκτωβρίου1912, ο Αρμένιος Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Hovhannes Arsharouni δίνει άδεια προς διενέργεια εράνου για τα αναγκαία έξοδα προς συμπλήρωση των εργασιών της εκκλησίας, γράφοντας τα εξής στην αρχική σελίδα του καταστίχου: «Λόγω της αύξησης στον αριθμό των Αρμενίων στη Λάρνακα, έχει γίνει αναγκαία η ανέγερση μιας εκκλησίας. Η υποεπιτροπή οικονομικών της κεντρικής εθνικής επιτροπής στην οποία είχε ανατεθεί η φροντίδα γι’ αυτό το κεφάλαιο, έχοντας επιβεβαιώσει την ανάγκη για μια εκκλησία, ένα σχολείο και ένα κοιμητήριο, έχει δώσει την υποστήριξή της για τη συλλογή δωρεών εκτός της Πρωτεύουσας, μέχρι του ποσού των 300 αγγλικών λιρών εντός ορίου του ενός ημερολογιακού έτους. […]».

Ο Καθόλικος (Πατριάρχης) του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας, Sahag II, και ο Μητροπολίτης Αδάνων, Επίσκοπος Yeghishe Garoyian έγραψαν τις εισφορές στον έρανο, και στις 9/23 Μαρτίου 1913, η εκκλησιαστική επιτροπή Λευκωσίας με επιστολή της ευχαριστεί τον Καθόλικο Sahag II για τη συνδρομή του στο θεάρεστο αυτό έργο, διαβεβαιώνοντάς τον πως «στο εγγύς μέλλον, το παρεκκλήσι αυτό που είναι αφιερωμένο στην αοίδιμο μνήμη των πολυάριθμων θυμάτων της Κιλικίας, θα αναδύεται ως αιώνιο μνημείο μπροστά από τα κύματα της Μεσογείου, μέσα στα οποία κοιμούνται τον αιώνιο τους ύπνο τα άτυχα αλλά πάντοτε αθάνατα και αεί ένδοξα πρόσφατα θύματα της Κιλικίας».

Η εκκλησία αυτή, που ολοκληρώθηκε την 1η Απριλίου 1913, ανεγέρθηκε ως μνημείο των μαρτύρων της Κιλικίας υπό την αιγίδα της εκκλησιαστικής επιτροπής της Λευκωσίας, με τις ανιδιοτελείς προσπάθειες του κου Hagop Hovsepian και τη συμβολή του αρμένικου λαού της Κιλικίας και της εν Κύπρω διαμένουσας αρμενικής κοινότητας. Μάλιστα δε, οι συνεισφορές δεν προήλθαν μόνο από τους Αρμενοκύπριους, αλλά και από Αρμένιους της Κιλικίας, του Ανταπαζάρ (πόλη στη βορειοδυτική Τουρκία) και της Αιγύπτου, υπό την προσωπική επιμέλεια του κου Χοβσεπιάν. Από φωτογραφίες της εποχής, βλέπουμε ότι αρχικά υπήρχε και ένας μικρός τρούλλος, ο οποίος όμως αφαιρέθηκε αργότερα.

Η εκκλησία αφιερώθηκε στον Άγιο Στέφανο, προστάτη-Άγιο των Αδάνων, και αποτελεί μικρότερο αντίγραφο της εκκλησίας της πόλης, που κάηκε από τον όχλο των Τούρκων. Η πρώτη Θεία Λειτουργία έγινε το Μάιο του 1914, χοροστατούντος του Ανώτερου Αρχιμανδρίτη Serovpe Samuelian από την Ιερουσαλήμ. Ο καθαγιασμός της εκκλησίας έγινε το 1918 από τον Αρχιεπίσκοπο Taniel Hagopian, ο οποίος υπήρξε ο αναπληρωτής πνευματικός ποιμένας της Αρμενικής Λεγεώνας, που το 1917 σχηματίστηκε και εκπαιδεύθηκε κοντά στο χωριό Μπογάζι της επαρχίας Αμμοχώστου· το 1920 υπηρέτησε ως προκαθήμενος της τοπικής αρμενικής εκκλησίας.

Η εκκλησία ανακαινίστηκε εσωτερικά μεταξύ 1956-1957. Το 1998 έγινε γενική ανακαίνισή της. Από το 1975, λειτουργείται κάθε δεύτερη Κυριακή του μήνα, εναλλάξ με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Λεμεσό. Εορτάζει την τελευταία εβδομάδα του Δεκέμβρη.

Το κτίσιμο της εκκλησίας

Η εκκλησία όπως ήταν αρχικά με τρούλλο

Η πρώτη Θεία Λειτουργία (1914)

[Συντομευμένη μορφή κειμένου από την εφημερίδα Artsakank. Δημοσιεύεται με την άδεια του συγγραφέα, ο οποίος παραχώρησε και τις φωτογραφίες].

[Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφονται, από σύγχρονο με τα γεγονότα άγγλο συγγραφέα, οι πρώτες ώρες μετά την άφιξη των Άγγλων στη Λάρνακα, στις 29 Ιουνίου 1878. Ο αφηγητής με υπεροψία χαρακτηριστική μιας “ανώτερης φυλής” αναφέρεται στους “ιθαγενείς” και στην αποβίβαση του στρατού στην πόλη της Λάρνακας].

“Με την ανατολή του ήλιου, το πρωί της Δευτέρας, το νησί περιβαλλόταν από σιδερόφρακτα πλοία. Ενωρίς εκείνη τη μέρα το πολεμικό “Μινώταυρος” μπήκε στον κόλπο της Λάρνακας και αγκυροβόλησε μισό μίλι από την ακτή.

Πολύ λίγα ήταν γνωστά για τους κατοίκους της πόλης και για τις αντιδράσεις τους. Ποιος ήταν ο διοικητής και ποιος ο φρούραρχος; Τι τηλεβόλα είχε στο κάστρο και υπήρχε πιθανότητα να τα χρησιμοποιήσουν;

Ο πλοίαρχος Rawson, του “Μινώταυρου”, στάλθηκε στην παραλία. Ο αξιωματικός αυτός είχε τόση ικανότητα να μαζεύει πληροφορίες όση ο αρχηγός του να βλέπει στο σκοτάδι. Όταν αποβιβάστηκε στην παραλία συνάντησε τον Πρόξενό μας και πληροφορήθηκε ότι διοικητής της πόλης ήταν ένας Καϊμακάμης, το λιμάνι διέθετε μικρό φρούριο εξοπλισμένο με παλαιά κανόνια από τον καιρό των Ενετών και φρουρά εκατόν ανδρών. Ο Καϊμακάμης ήταν άνθρωπος ήπιος και νωθρός, ζούσε στο Κονάκι με τις συζύγους του και σπανίως επισκεπτόταν στην πόλη.

Μετά την επιστροφή του Rawson στον “Μινώταυρό”, ο Ναύαρχος αποβιβάστηκε στην ακτή και επισκέφθηκε τον Καϊμακάμη. Κατά την παραμονή του πληροφορήθηκε ότι στην πόλη κυκλοφορούσαν φήμες ότι η Κύπρος θα υπαγόταν στη διοίκηση της Αγγλίας, αλλά ο Καϊμακάμης δεν είχε λάβει σχετικές οδηγίες. Η εσπευσμένη άφιξη των πλοίων μας από την Κρήτη είχε προλάβει τους απεσταλμένους του Σουλτάνου που θα έφθαναν από το Βόσπορο. Όμως ο Ναύαρχος έπρεπε να δράσει.

Το πρωί της επόμενης μέρας ο πλοίαρχος αποβιβάστηκε ξανά στην παραλία για να ολοκληρώσει την ενημέρωσή του και το απόγευμα υπέβαλε προς τον Ναύαρχο σύντομη έκθεση, όχι μόνο για τη Λάρνακα αλλά και για κάθε γωνιά του νησιού. Περιέγραφε τους κατοίκους των πόλεων ως ήσυχους και κοινωνικούς, πολύ νωθρούς και επιρρεπείς σε κάθε είδος ηδονής, αλλά χωρίς φανατισμό και επομένως χωρίς διάθεση να πολεμήσουν. Η μέθη δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο στους ορθόδοξους, όμως οι κλοπές, οι φόνοι και οι ληστείες ήταν σχεδόν άγνωστες. Ήταν ήμεροι και αδύνατοι άνθρωποι γι’ αυτό δεν υπήρχε πιθανότητα να αντισταθούν. Τί άλλο μπορούσε να θέλει να πληροφορηθεί ο Ναύαρχος;

Τμήματα των blue jackets επιβιβάστηκαν σε βάρκες και στάλθηκαν στην ακτή με διαταγή να αποβιβαστούν στην πόλη και να στήσουν πρόχειρη αποβάθρα. Δεν θα ζητούσαν άδεια και θα εργάζονταν αθόρυβα, αρχίζοντας και τελειώνοντας το έργο όπως εκείνοι έκριναν κι όπως θα ενεργούσαν αν εργάζονταν σε αγγλικό λιμάνι.

Βλέποντας τους ναύτες να αποβιβάζονται, μερικοί ιθαγενείς παραμέριζαν και τους κοιτούσαν με εκπληξη. Όταν δε έστησαν ιστό και ύψωσαν την αγγλική σημαία, οι ιθαγενείς παρατηρούσαν με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη, αλλά κανένας δεν προσπάθησε να τους εμποδίσει. Κανένας δεν έδειχνε να καταλαβαίνει τι συνέβαινε.

Ο Καϊμακάμης και ο διευθυντής του Λοιμοκαθαρτηρίου βρίσκονταν στο ίδιο σκοτάδι όπως και ο υπόλοιπος κόσμος. Αλλά ενώ ο Καϊμακάμης παρέμενε ήσυχος στο Κονάκι του, ο διευθυντής του Λοιμοκαθαρτηρίου ―άνθρωπος από το εξωτερικό― ανέβηκε στη Ναυαρχίδα για να μάθει πώς έχουν τα πράγματα κι αφού έριξε μία ματιά στα μεγάλα κανόνια, πρόσφερε τις ταπεινές υπηρεσίες του στη Βασίλισσα.

Αδιαφορώντας για τα φρούρια, εμείς υψώσαμε τη σημαία μας και στήσαμε την αποβάθρα μας, και χωρίς να δώσουμε σημασία στην παρουσία του Καϊμακάμη ορίσαμε ως διοικητή της πόλης τον Πρόξενό μας. Το απόγευμα της Τρίτης η κατοχή μας είχε ολοκληρωθεί και από τη ξηρά και από τη θάλασσα”.

Τρεις εικόνες των αποβιβάσεων αγγλικού στρατού στη Λάρνακα, τον Ιούνιο 1878

[Πηγή εικόνας:  Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρα]

[Για προηγούμενο βομβαρδισμό της πόλης βλ. και ανάρτηση αρ. 49].

“Ο δεύτερος συναγερμός της ημέρας, από εχθρική επίθεση στη Λάρνακα, δόθηκε στις 10.15 π.μ. και το τέλος του σήμανε στις 11.57 π.μ.

ItalianBomberΑρκετοί πολίτες φάνηκαν τυχεροί. Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση ήταν ενός γεωργού ο οποίος, παρ’ ότι μία βόμβα εξερράγη στον κήπο του, ο ίδιος δεν τραυματίστηκε. Ο γεωργός κ. Αχιλλέας Σάββα βρισκόταν σπίτι του, κοντά στην οδό Αγίου Γεωργίου, όταν μία βόμβα έπεσε έξω στον κήπο του. Η έκρηξη θρυμμάτισε σχεδόν όλα τα παράθυρα του σπιτιού αλλά ο κ. Σάββα δεν έπαθε τίποτε. Η βόμβα σκότωσε μία αγελάδα, δύο μοσχάρια, έξι κοτόπουλα και κατέστρεψε μερικά δέντρα.

Άλλη βόμβα έπεσε στον κήπο του σπιτιού της κ. Κισατζικιάν επί της οδού Αγίου Γεωργίου, καταστρέφοντας σχεδόν ολοκληρωτικά το σπίτι. Η κ. Κισατζικιάν υπέστη κάταγμα και στα δύο πόδια και έχασε τις αισθήσεις της. Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο όπου λίγο αργότερα πέθανε.

Αρκετά σπίτια στη φτωχότερη συνοικία της πόλης έπαθαν μεγάλες ζημιές και πολύ λίγα κτήρια στην παλαιά πόλη γλύτωσαν από θρυμμάτισμα παραθύρων. Τα παράθυρα της οικίας του Διοικητή, κ. Weston, επίσης υπέστησαν ζημιές.

Ήταν φανερό ότι ο εχθρός επιτέθηκε χωρίς συγκεκριμένο στόχο και μόνο σκοπό είχε να ξεφορτωθεί αδιακρίτως τις βόμβες, ρίχνοντάς τες πάνω σε κατοικημένες περιοχές. Αρκετές βόμβες έπεσαν χωρίς να εκραγούν.”

[Μετάφραση από την εφημερίδα Cyprus Post, 15 Αυγούστου 1941].

[Σημειώσεις: Ο βομβαρδισμός έγινε από ιταλικό αεροπλάνο. Η οδός Αγίου Γεωργίου είναι η σημερινή Λεωφόρος Γρίβα Διγενή. Το σπίτι που καταστράφηκε βρισκόταν σε σημείο πλάι στο σημερινό Γυμνάσιο Δροσιάς. Ο κήπος που βομβαρδίστηκε είναι η γνωστή στους παλαιότερους “Περβόλα του Αχιλλέα”, στην περιοχή των οδών Κρήτης και Αιγύπτου].

Στη φωτογραφία: Ιταλικο βομβαρδιστικό του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε παλαιότερη ανάρτηση (αρ. 47: “Επιστολή για το Αλβανικό Μέτωπο”), είχε παρουσιαστεί μαρτυρία του λαρνακέα εθελοντή στρατιώτη Κώστα Αντωνιάδη για τις κακουχίες που οι έλληνες στρατιώτες είχαν υποστεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στα βουνά της Αλβανίας. Εδώ προστίθεται και σχετικό φωτογραφικό υλικό από την ίδια περίοδο. Πρόκειται για μαρτυρίες από στιγμές ανάπαυσης ή διασκέδασης, μια και ο ερασιτεχνικός φακός δεν ήταν δυνατόν να καταγράψει, με την ίδια άνεση, και τις πολεμικές δραστηριότητες. Βέβαια, παρά την επιφανειακή εικόνα «ξεγνοιασιάς» η πολεμική αναμέτρηση ήταν στην πραγματικότητα πολύ σκληρή. [Ευχαριστώ την οικογένεια του συμπολίτη μας στρατιώτη για την παραχώρηση].

Antoniades1Έτοιμοι για μεταγωγή στο μέτωπο. Ο Κώστας Αντωνιάδης δεξιά.

antoniades2

Η επεξήγηση στην πίσω πλευρά γράφει: «Ενθύμιον στρατιωτικής μας ζωής. 1ον Σύνταγμα Πεζικού, 13ος Λόχος, Αθήναι 14.3.1939. [Από αριστερά:] Αντωνιάδης, Κουντούρης, Βασιλειάδης».

Antoniades3Στιγμές ανάπαυσης. Ο Κ. Αντωνιάδης ξαπλωμένος στο κέντρο της φωτογραφίας

Antoniades4Πάσχα του 1939 στο μέτωπο

Στις αρχές Νοεμβρίου 1946, ενόψει αναχώρησης στο Λονδίνο της Κυπριακής Εθνικής Πρεσβείας ―υπό τον τοποτηρητή του κυπριακού αρχιεπισκοπικού θρόνου, Μητροπ. Λεόντιο, και τους Ιωάννη Κληρίδη, Ζήνωνα Ρωσσίδη και Δημητρό Δημητρίου, μέλη― για προβολή των κυπριακών εθνικών διεκδικήσεων, ο δήμαρχος Λάρνακας Λύσος Ν. Σανταμάς αποστέλλει τηλεγράφημα συμπαράστασης και ευχών για ευόδωση των σκοπών της αποστολής.

Santamas1946a

Το κείμενο: “Δήμαρχος και λοιποί Έλληνες Δημοτικοί Σύμβουλοι Λάρνακαος εύχονται πλήρη επιτυχίαν εις τον σκοπόν του σημερινού ταξιδίου σας. Προχωρήστε με θάρρος εις την διεκδίκησιν της δικαίας απαιτήσεώς μας, όχι μόνον εις το Αγγλικόν υπουργείον Αποικιών αλλά και εις τον Βρεττανικόν λαόν και εις πάντα φιλελεύθερον άνθωπον, έχοντες την πεποίθησιν ότι δεν ζητείτε παρά δικαιοσύνην δια την οποίαν όλοι αυτοί επολέμησαν, Σύμπασ ο Ελληνικός Κυπριακός λαός ηνωμένος εις την ιεράν των αυτήν υπόθεσην ισταται παρά το πλευρόν σας και αι ευχαί των σας συνοδεύουν. Σανταμάς”.

Santamas1946b

TserkezisΟ Σάββας Τσερκεζής (1875-1963), ένας συναρπαστικός λαϊκός “απομνημονευματογράφος” από τον Μαζωτό της επαρχίας Λάρνακας, με μοναδικό τρόπο αφηγείται την πλούσια σε εμπειρίες ζωή του (βασανιστική εργασία σε κέντρα της ελληνικής διασποράς ―Σμύρνη, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, Ιόππη―, συμμετοχή στους ελληνικούς πολέμους του 1897 και 1912-1913 όπου και τραυματίστηκε, και μετανάστευση στις Ηνωμένες Πολιτείες). Η αφήγησή του καλύπτει την περίοδο 1880-1924 και αποτελεί δραματική μαρτυρία σημαντικών στιγμών της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το βιβλίο: Σάββας Τσερκεζής, “Ημερολόγιον του βίου μου, αρχόμενον από του 1886”, β΄έκδοση. Επιμ. Φ. Σταυρίδης. Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Ομίλου Λαϊκής, 2007). Φωτογραφίες: Ο Σ. Τσερκεζής στη Σμύρνη (γυρω στα 1905) και «Περίθαλψη τραυματιών του πολέμου 1912-1913 (σχέδιο εποχής).

Όταν αφίχθην εις Λάρνακα, εξήλθον με τα στρατιωτικά. Τας αποσκευάς μου μετέφερεν είς αχθοφόρος εις το ξενοδοχείον, εγώ δε στηριζόμενος εις τας βακτηρίας μου εβάδιζον βραδέως με τον πάσχοντα πόδα αιωρούμενον και διηυθυνόμην προς την πλατείαν Aγίου Λαζάρου, μέρος εις ό εσύχναζον οι εγχώριοί μου κατερχόμενοι εις την πόλιν. Όθεν διηρχόμην, όλοι σχεδόν ηγείροντο και με παρετήρουν. Εις την πλατείαν Aγίου Λαζάρου συνήντησα εγχωρίους μου, οίτινες έφερον αυθημερόν την είδησιν εις την αδελφήν μου και εις τους λοιπούς συγγενείς. Την επομένην, περί την 10ην πρωινήν, δι’ αμάξης αφίχθην και εγώ εις το χωρίον μου. Έξωθεν του χωρίου όλοι οι κάτοικοι συν γυναιξί και τέκνοις εξήλθον εις προϋπάντησίν μου.

Oυδέποτε θα λησμονήσω την υποδοχήν εκείνην, η χαρά των αγαθών χωρικών ήτο εζωγραφισμένη εις όλων τα πρόσωπα. Ήτο όντως βασιλική υποδοχή, ήτο εν μικρογραφία ομοία εκείνης όπου έγινεν εις Aθήνας εις τον Bασιλέα Kωνσταντίνον.

TserkezisTravmatiesΟ κώδων της εκκλησίας του χωρίου ήχει καλών τους πάντας προς συγκέντρωσιν. Ο διδάσκαλος Κωνστ. Συμεών, μετά των μαθητών του σχολείου, φέρων στέφανον με διάφορα άνθη διά της αριστεράς χειρός, διά δε της δεξιάς έκαμε χειρονομίαν εις τον αμαξάν να σταματήσει. Είς ευσταλής νέος κρατών την ελληνικήν σημαίαν επλησίασεν την θύραν της αμάξης όπως με βοηθήσει να κατέλθω, μία ομοβροντία εχαιρέτισε την εξ αμάξης έξοδόν μου, μία δωδεκαέτις κόρη μού προσέφερεν μικράν ανθοδέσμην (ήν ησπάσθην εις το μέτωπον). Ο διδάσκαλος μού εξεφώνησεν ενθουσιαστικόν λόγον και μου προσέφερε τον στέφανον.

Ήρχισαν τότε οι ασπασμοί. Πρώτη με εφίλησεν η αδελφή μου. Η συγκίνησίς μου ήτο τοιαύτη, ώστε δεν ηδυνάμην να ομιλήσω. Κατόπιν, προηγουμένου του διδασκάλου, οδηγήθημεν όλοι εις την εκκλησίαν όπου εψάλη δοξολογία. Έξωθεν της εκκλησίας οι συγκεντρωθέντες έψαλον τον Eθνικόν ύμνον, εκεί εζήτησα όπως μοι δείξωσιν τον τάφον του προ έξι μηνών αποβιώσαντος πατρός. Εκεί προσηυχήθην ολίγα λεπτά και κατόπιν διηυθύνθην εις τον οίκον της αδελφής μου ένθα έγινεν η δεξίωσις.

Tέσσαρας ολοκλήρους μήνας διέμεινα εις Kύπρον. Όταν επέστρεψα εις Aθήνας παρησιάσθην εις την ανωτάτην υγειονομικήν επιτροπήν, μου εδόθη τετράμηνος σύνταξις εκ τριάκοντα δραχμών μηνιαίως, παρήτησα την μίαν βακτηρίαν και βοηθούμενος υπό της ράβδου μου εβάδιζον χωλαίνων ολίγον.

GeorgisMavroidesΚυκλοφόρησε από τον Δήμο Λάρνακας το βιβλίο του Γιώργου Γεωργή, Η Λάρνακα των Μαυροΐδηδων και του Εμπορίου, 1878-1937. Σπουδές και προσεγγίσεις στη μικροϊστορία μιας πόλης. Στη μονογραφία του ο συγγραφέας, καθηγητής νεότερης Ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και έως πρόσφατα Πρέσβης της Κύπρου στην Ελλάδα, παρουσιάζει την ιστορία της οικογένειας Μαυροΐδη και τη συμβολή της στην εμπορική και κοινωνική ζωή της Κύπρου, ειδικότερα δε της Λάρνακας όπου είχε την έδρα της.

Ο επτανήσιος γενάρχης της οικογένειας, Ιωάννης Λοΐζου Μαυροΐδης, εγκαθίσταται στη Λάρνακα κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και για περίπου ένα αιώνα η οικογένειά του πρωτοστατεί σε ποικίλες επιχειρηματικές δραστηριότητες (εμπορικές, ναυτιλιακές, ασφαλιστικές, κ.ά.) πλήρως ενταγμένη στην κυπριακή κοινωνία μέσω επιγαμιών με άλλες γνωστές οικογένειες του τόπου. Ο τελευταίος επιφανής γόνος της, ο ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης (1912-2003), έζησε και δημιούργησε στην Αθήνα.

Ο Γιώργος Γεωργής, έχοντας αναδιφήσει εξαντλητικά τον κυπριακό τύπο της εποχής, παράλληλα με γόνιμη έρευνα στα αρχεία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδας, έχει όλα τα εφόδια να παρουσιάσει πλήρη εικόνα της ιστορίας μιας σημαντικής οικογένειας της Λάρνακας στο ευρύτερο πλαίσιο της κοινωνικο-οικονομικής ζωής του τόπου. Το κείμενό του διαθέτει αρετές αφήγησης ώστε η παράθεση στοιχείων και γεγονότων να προσφέρεται για ενδιαφέρουσα ανάγνωση. Παραμένει όμως και ως μία σημαντική συμβολή στην προσωπογραφία και οικονομική ιστορία του τόπου από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τον μεσοπόλεμο (20ός αιώνας).

Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031