You are currently browsing the category archive for the ‘Λογοτεχνία’ category.

Στις 4 Νοεμβρίου 1956 εξερράγη βόμβα μπρος στο Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας ενώ περνούσε μηχανοκίνητη περίπολος των αγγλικών «Δυνάμεων Ασφαλείας». Τούτο έδωσε τη δικαιολογία στον Κυβερνήτη Σερ Τζων Χάρτιγκ να διατάξει κλείσιμο του σχολείου ―μια σκληρή απόφαση στρατιωτικού χωρίς άλλες ευαισθησίες, που κράτησε κλειστό για δεκατέσσερις μήνες το ιστορικό σχολείο της πόλης (του οποίου φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυσή του).

Ο διευθυντής του Σχολείου, θεολόγος Χαράλαμπος Πατσίδης, κάτω από αισθήματα θλίψης και έντονης συγκίνησης για το γεγονός, έγραψε τους ακόλουθους στίχους, οι οποίοι δημοσιεύθηκαν λίγο αργότερα. Το ποίημα χωρίς να διεκδικεί «ποιητικές δάφνες» διατηρεί και σήμερα τη ένταση και την αγωνία που επικρατούσε τότε για την τύχη του Σχολείου που τόσα πολλά είχε προσφέρει στην κυπριακή κοινωνία.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού στη Λάρνακα διασκέδαση πρόσφεραν περαστικοί καλλιτέχνες, σκόρπιες αναφορές στους οποίους συναντούμε σε τοπικές εφημερίδες της εποχής. Ήταν άσημοι βιοπαλαιστές των οποίων διασώζονται μόνο τα ονόματα, αφού οι περιορισμένες ικανότητές τους δεν άφηναν περιθώρια για να διαπρέψουν σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Στις ειδήσεις των εφημερίδων συναντούμε σύντομες αναφορές στο «εγγαστρίμυθο Λάμπο», τον «ταχυδακτυλουργό κ. Δεδέστιχα» ή τον «Μαριδάκη με τα ανδρείκελά του».

Ο Δημοσθένης Μαριδάκης ―»ο κορυφαίος των ανδρεικέλων καλλιτεχνών»― στάθηκε λίγο πιο τυχερός. Γνωρίστηκε με τον Χριστόδουλο Ηλία Κουππά (1845-1918), γνωστό δημοσιογράφο και εκδότη της σκαλιώτικης εφημερίδας Ένωσις και φεύγοντας από τη Λάρνακα, το 1896, άφησε περισσότερα τεκμήρια του περάσματός του : σε χειρόγραφο τετράδιο στιχουργημάτων του Χρ. Κουππά διασώζεται φωτογραφία του Μαριδάκη (απόκομμα δημοσιεύματος σε εφημερίδα) καθώς και αντίγραφο στίχων του Κουππά, τους οποίους είχε γράψει σε λεύκωμα του Μαριδάκη όταν εκείνος έφευγε («επί τη απελεύσει αυτού»).

Ο Μαριδάκης φαίνεται ότι επισκεπτόταν συχνά στην Κύπρο και τους φίλους του στη Λάρνακα, δίνοντας παραστάσεις ανδρεικέλων [κουκλοθέατρο;] και ταχυδακτυλουργίας. Σε άλλη εφημερίδα, του 1900, διαβάζουμε :

«Αμίμητος ο Μαριδάκης με τα ανδρείκελά του. Εξόχως απολαυστική ήτο η προ ημερών χάριν παίδων απογευματινή παράστασίς του με τα ατελεύτητα γέλοια και τας ωραίας εκπλήξεις της αθώας ηλικίας».

Ακολουθούν οι στίχοι του Χρ. Κουππά :

Τω φιλτάτω μοι φίλω κ. Δημ. Μαριδάκη

επί τη απελεύσει αυτού

Να γράψω θέλεις φίλε μου στίχους στο λεύκωμά Σου

αλλά μοι είνε δύσκολον δια να στιχουργήσω

να αναφέρω επαρκώς τα προτερήματά Σου

της Σης καρδίας τας χορδάς δια να συγκινήσω.

 

Φίλος είσαι ειλικρινής με ευγενείς τους τρόπους

και Καλλιτέχνης άριστος, σπανίας ευγλωττίας

εφ’ ω τυγχάνεις προσφιλής εις όλους τους ανθρώπους

μύστης δε έκτακτος, δεινός, ταχυδακτυλουργίας.

 

Είμαι καγώ Δημόσθενες! είς εκ των θαυμαστών Σου

αγάπην τρέφω δια Σε, συμπάθειαν μεγάλην

δι’ ο, στην τάξιν έχε με των φίλων των πιστών Σου

Και ήδη αποχαιρετών Σ’ ανοίγω την αγκάλην.

 

Προσφέρων Σοι τον ασπασμόν

με της φιλίας σεβασμόν

Φωνών Σοι πολλά Χαίρε!

Φίλε, πιστέ Εταίρε! 

Λάρνακι Ιούνιος 1896   Χ.Η. Κουππάς

Ο λαϊκός ποιητής Δημοσθένης Ι. Παλαιομυλίτης, με την ευκαιρία των 18ων Παγκυπρίων Αγώνων που θα τελούνταν στη Λάρνακα στις 18-22 Απριλίου 1928, γράφει ποίημα για το μεγάλο αθλητικό γεγονός.

Ο Δ.Ι. Παλαιομυλίτης, ο οποίος αυτοχαρακτηριζόταν και ως «Αγωνιστής της Ελευθερίας και Ειρήνης», σε κατοπινά χρόνια τύπωσε στη Λεμεσό  τουλάχιστον δύο μονόφυλλα ποιητάρικα ποιήματα με τίτλους Στην ένδοξον επέτειον της 28ης Οκτωβρίου (1952) και Στην 7ην Γενικήν Συνέλευσιν των Ηνωμένων Εθνών (1952/1953).

[Παραχώρηση φωτογραφίας : Λούης Περεντός]

Ο λαϊκός ποιητής Γιακουμής Ατσίκκος (1911-1995), από τη Λύση, μετά την τούρκικη Εισβολή του 1974 έζησε σε προσφυγικό συνοικισμό της Λάρνακας έως το θάνατό του. Εδώ δημιούργησε και το εκδομένο έργο του (τρεις ποιητικές συλλογές).

Το χειρόγραφο του ποίηματός του που παρουσιάζεται πιο κάτω είναι της 16ης Απριλίου 1985.

Έντεκα γρόνους ώς τωρά στην προσφυγιάν που ζιούμεν

νυχτοξημερωννούμαστιν τζι’ άγρυπνοι καρτερούμεν

να ξαναπάμεν έσσω μας, τζει κάτω να ταφούμεν.

Βρίσκουσιν τρόπους, κάθονται εις τες συνομιλίες,

μα λύσην ’εν ι-βρίσκουσιν, πιντώννουν τες αιτίες.

Οι ξένοι πάντα μάχουνται για το δικόν τους κκιάρι

τζιαι μας ’δα κάτω να τα βρουν ―πετσίν, τζι’ άλλοι τομάρι.

Όπου αγάπη τζι’ ο Θεός, οι πρωτινοί λαλούσι,

έτσι έχουν μιαν δύναμιν τζιαι τ’ άδικον νικούσι,

τούτ’ εν’ η στράτα η καλή, τζι’ ούλλοι μας να τη[ν] δούμεν,

ατ τ’ ’εν να λείψ’ η προσφυγιά τζιαι να ξαναστραφούμεν

στα σπίθκια μας που καρτερούν, τζι’ ειρήνικά να ζιούμεν.

Γιακουμής Ατσίκκος 1985, 16/4

[Εικοσιπέντε χρόνια από τότε που η λαϊκή ψυχή του Γιακουμή Ατσίκκου εξέφραζε επιγραμματικά την κυπριακή πραγματικότητα εκείνης της εποχής, πόσα έχουν αλλάξει;]

Ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) για μεγάλο διάστημα κατά την περίοδο 1868-1876 έζησε στη Μητρόπολη της Λάρνακας όπου συγγενής του ήταν ο Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης. Από την περίοδο αυτή σώζονται τα πρώτα ποιήματα του Μιχαηλίδη κι ανάμεσά τους τρία λυρικά του 1875 (“Το σίγαρον”, “Ο αποχωρισμός”, Το αεράκι”) τα οποία σχετίζονται με το “πρωτο, γνωστό ερωτικό ειδύλλιο της ζωής του”.

Γράφει σε σχετικό δημοσίευμά του, το 1933, ο Αντώνης Κ. Ιντιάνος :

“Ο μακαρίτης Λουκής Πιερίδης σ’ ένα του γράμμα ημερομηνίας 31.5. 1929, σταλμένο σε μένα, γράφει σ’ απάντηση σχετικά μ’ ερωτήσεις μου απάνω στο τραγούδι [“Το σίγαρον”] πως στο σαλόνι του Μπαρτζίλι σύχναζαν ταχτικά όλοι οι διανοούμενοι και προύχοντες της εποχής καθώς και οι πρόξενοι των ξένων Δυνάμεων. Η κυρία Μπαρτζίλι, αδελφή του Ρισιάτ Mαττέη [Richard Mattei], του πλούσιου ιταλού χρηματιστή και βουλευτή, ενός από τους πρωτοδιορισθέντες βουλευτές πριν από το σύνταγμα του 1882, είχε τέσσερις θυγατέρες, την Eugenie, την Άδα ―που πήρε σε δεύτερο γάμο ο ποιητής Γουσταύος Λαφφών, τη Μαρή και την Ίρενα. Στο σπίτι τους σύχναζε κι ο Βασίλης που φαίνεται πως ερωτευόταν την πρώτη. Αυτή μια μέρα τύλιξε ένα σιγαρέτο που το πρόσφερε στον ποιητή κι η τέτοια περίσταση γέννησε τ΄ομώνυμο τραγούδι. Μερικοί άλλοι, όμως, με πληροφορούνε πως, μ’ όλον που το τραγούδι αυτό γράφτηκε για το σιγαρέτο που του πρόσφερε η Eugenie, ο ποιητής αγαπούσε την πιο μικρή, την Ίρενα, που πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία και που την αγαπούσε επίσης ο ποιητής Θεμιστοκλής Θεοχαρίδης”.

Το σίγαρον

Ώ δροσερόν μου σίγαρον, τις σ’ έδωκεν την δρόσον,

τις σ’ έδωκεν την δύναμιν και με δροσίζεις τόσον;

Μην έλαβες την δύναμιν εκ των κομψών δακτύλων,

οπόταν σε συνέθλιβον και σ’ έκαμναν στρογγύλον;

Την δρόσον μήπως σ’ έδωκε με ένα απασμόν της,

η γλώσσα, ήτις σ’ έβρεξε με το γλυκύ υγρόν της;

Μήπως κανένα μυστικόν σε είπε, και γνωρίζεις,

κι οπόταν με τα χείλη μου σε πίνω ψιθυρίζεις;

Ειπέ το, σίγαρόν μου, πριν ολοτελώς σε καύσω,

αν είν’ ωραίον να χαρώ, αν είν’ κακόν να κλαύσω!

Εν Λάρνακι 1875

Μία άλλη δημοσιευμένη μαρτυρία του γεννημένου στη Λάρνακα ποιητή Δημήτρη Θ. Λιπέρτη, ο οποίος ζούσε τότε στην πόλη και γνώριζε προσωπικά τον Μιχαηλίδη, αναφέρει :

“Ο αείμνηστος Βασίλης, όστις, καθώς ξεύρετε, ήτο συγγενής του μακαρίτου Κυπριανού, ευρίσκετο μεταξύ άλλων Λευκονοιτζιατών εν τη Μητροπόλει Λάρνακος, υπηρετών ως οικονόμος ―κελλάρης. Μου φαίνεται ότι ο Μητροπολίτης δεν τον ηυνόει και πολύ, καθότι δεν είχε μεριμνήσει δεόντως περί της μορφώσεώς του, και τούτο ο Βασίλης, όστις πράγματι ήξιζεν όλους τους άλλους συγγενείς του Δεσπότη, το έφερεν, πάνυ δικαίως, πολύ βαρέως· τον ήκουσα κι εγώ παραπονούμενον. Τούτου ένεκα ηναγκάσθη να μεταβεί εις το εξωτερικόν προς εύρεσιν πόρου ζωής, και προς εκμάθησιν της ζωγραφικής, όθεν μετά καιρόν επέστρεψε πάσχων από ισχυράν ισχυαλγίαν.

Νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω ότι πριν ή αναχωρήσει έγραψεν επί του τοίχου ενός δωματίου της Μητροπόλεως το κάτωθι ποίημα, και τούτο δια να πειράξει τον Μητροπολίτην Κυπριανόν, όστις, ως σας είπον, δεν τον είχεν περί πολλού :

Στ’ ανάκτορά σου, Άνασσα, να μεταβώ σκοπεύω

αιχμάλωτός σου να γινώ, διότι σε λατρεύω.

Δεν φαίνεται παράδοξον να γίν’ η θέλησίς σου,

αν είναι πεπρωμένον.

― Αλλά να θύσεις δι’ εμέ το έαρ της ζωής σου.

― Αχ! είν’ εδώ θαμμένον.

[Ποίημα του 1876]

Γεγονός που συντάραξε την κυπριακή κοινωνία το 1909 ήταν η δολοφονία πέντε προσώπων της ίδιας οικογένειας, που έγινε λίγο έξω από το χωριό Μαζωτός, τον Σεπτέμβριο του 1909. Θύματα ήταν ο γεωργός Μηνάς Αργυρού, η σύζυγός του και τρία από τα ανήλικα παιδιά τους. Ένα άλλο, δεκατεσσάρων χρονών, κρύφτηκε και γλύτωσε· αυτός ήταν και ο κύριος μάρτυρας για να εντοπιστούν οι έξι δολοφόνοι: πέντε Τούρκοι από τα χωριά Σοφτάδες και Κιβισίλι και ένας Έλληνας από τη Λύση.

Εκτός από την ευρεία κάλυψη στις κυπριακές εφημερίδες, τρείς, τουλάχιστον, λαϊκοί ποιητές της εποχής ―οι Ιωάννης Μελάρης (από τη Γερμασόγεια), Αρέστης Νικολάου (από τη Βάσα Κοιλανίου), και Χριστόφορος Θ. Παλαίσης (από την Αυγόρου)― κυκλοφόρησαν φυλλάδες με αφήγηση των λεπτομερειών του φόνου και της τιμωρίας των δραστών.

Η εκτέλεση των έξι δραστών έγινε τον Μάρτιο 1910 στο Κάστρο Λάρνακας, το οποίο ―έως τις αρχές της δεκαετίας του 1930― εχρησιμοποιείτο περιστασιακά και ως τόπος εκτελέσεως για εγκλήματα που είχαν γίνει στην επαρχία. (Οι αγχόνες στήθηκαν στη δεξιά πλευρά, στο βάθος της εικονιζόμενης αυλής).

[Παραχώρηση σχεδίου: Αλέξανδρος-Μιχαήλ Χατζηλύρας]

Από τη φυλλάδα του “πρωτοποιητάρη” Χριστόφορου Θ. Παλαίση, Η καταδίκη και η θανατική εκτέλεσις 6 φονέων ολοκλήρου οικογενείας εν Μαζωτώ (1910), μεταφέρεται εδώ ένα σχετικό απόσπασμα:

Στο κάστρον τους επήρασιν κι εμείναν κρατημένοι

όταν ήλθεν η μέρα τους η προσδιορισμένη

στον Διοικητήν της Λάρνακος και εις τους συγγενείς τους

ο Αρμοστής εδήλωσεν το τέλος της ζωής τους.

Μαρτίου 2 έγραψεν πρέπει να κρεμασθώσιν

όπως επράξασιν κι αυτοί έτσι να βραβευθώσιν.

Μέσα στου κάστρου την αυλήν κρεμάλες δυο εστήσαν

η μια διπλή κι άλλη μονή και τες εκανονίσαν.

Ημέραν Τρίτην το λοιπόν εις τες 7 η ώρα

πρώτον τους τρεις προσφέρουσιν εις την κρεμάλαν δώρα.

Όταν τους ετραβήσασιν, Θεέ μου μην το δώσης

με φίλον μου μήτε εχθρόν ποτέ μην αξιώσης,

εμουγκαρολογούσασιν με μιαν φωνήν μεγάλην

σαν κλαι’ κουδέλλα για τ’ αρνίν, κατσέλλα για δαμάλιν,

αλλά τ’ αθώα πλάσματα που ’κάμαν τέτοιον χάλιν

κοιλιές με δίχως έντερα κορμιά χωρίς κεφάλιν.

Μιαν παροιμίαν τακτικά ο κόσμος συναφέρνει,

’κείνος που δίδει μάχαιραν πάλιν μάχαιραν παίρνει.

Λοιπον στον τόπον της θηλιάς όταν επλησιάσαν

μ’ έναν πανίν τα μάτια τους που πάνω τα σκεπάσαν,

εις τον λαιμόν τους το σχοινίν κατόπιν επεράσαν

και σαν αρνιά στο μακελειόν έτσι τους εκρεμάσαν.

Ο Διοικητής κι ο ιατρός κατόπιν εξετάσαν,

όταν εξεψυχήσασιν και τους εκατεβάσαν.

Εις τες 9 τους άλλους τρεις τα ίδια εκάμαν,

οι συγγενείς εφύρνουνταν απ’ έξω που το κλάμαν.

Στους συγγενείς εδώσαν τους όλους και τους εθάψαν

κι όσ’ είχαν μάναν κι αδελφήν που πανωθιόν εκλάψαν.

Τοιουτοτρόπως ένδεκα πλάσματα εχαθήκαν,

γυναίκες εχηρεύσασιν, παιδιά ορφανευθήκαν.

·

[Γλωσσάριο: εμουγκαρολογούσασιν (μουγκαρίζω=κλαίω γοερά) / κουδέλλα=προβατίνα / κατσέλλα=αγελάδα / δαμάλιν=μοσχάρι / συναφέρνω=αναφέρω, θυμίζω / φύρνομαι=λιγοθυμώ]

ElytisLca1Στις 6 Αυγούστου 1980, λιγότερο από δέκα μήνες μετά τη βράβευσή του με Νομπέλ Λογοτεχνίας, ο Οδυσσέας Ελύτης επισκέφθηκε τη Λάρνακα, τιμήθηκε από τον Δήμο Λάρνακας και σε σύντομη δεξίωση συναντήθηκε με τους συγγραφείς της πόλης. Από το σύντομο πέρασμα του ποιητή είναι οι δύο φωτογραφίες που παρουσιάζονται εδώ

Στην πρώτη, ο δήμαρχος Λάρνακας Λεωνίδας Κιούπης, παρουσία και του ποιητή Λούη Περεντού υποδέχεται τον Οδ. Ελύτη στα σκαλιά του (σήμερα κατεδαφισμένου) δημαρχείου της Πόλης.

ElytisLca2Η κλασική «οικογενειακή» φωτογραφία της συνάντησης

[Πρώτη σειρά (από αριστερά): 1. Νίκος Καρύδης (Εκδόσεις Ίκαρος), 2. Τούλα Χαραλάμπους, 3. Έλενα Βαρλαάμ-Μιχαηλίδου, 4. Οδύσσέας Ελύτης, 5. Λεωνίδας Κιούπης (Δήμαρχος), 6. Παύλος Λιασίδης, 7. Κωστάκης Κακούλας, 8. κα Π. Λιασίδη

Δεύτερη σειρά: 1. Χριστόφορος Κελίρης, 2. Παύλος Σεμελίδης, 3. Χρήστος Κάρμιος, 4. Κωστής Κωστέας, 5. Χρυστάλλα Κουλέρμου, 6. Χριστόφορος Παπαχρυσοστόμου.

Τρίτη σειρά: 1. Μιχ. Σ. Τρέππας, 2. Φοίβος Σταυρίδης, 3. Λούης Περεντός, 4. Σάββας Χαλλούμας, 5. Κώστας Κατσώνης.

Τέταρτη σειρά: 1. Θεόδωρος Β. Οικονόμου (Δημοτικός Γραμματέας), 2. Έπαρχος Λάρνακας, 3. Στέφανος Ζυμπουλάκης, 5. Πάτροκλος Σταύρου, 6. Γιώργος Μολέσκης, 7. Νίκος Νικολάου].

vernalisanthologiaΗ πρώτη ανθολογία κυπριακής ποίησης εκδόθηκε στη Λάρνακα το 1934 (Ανθολογία των Κυπρίων Ποιητών 1878-1934. Πρώτη έκδοση. Κύπρος 1934), από τον Άδωνη Βερνάλη. Κάτω από το ψευδώνυμο αυτό κρυβόταν ο εικοσιπεντάχρονος Μιχάλης Π. Γυψιώτης, βοηθός στο γνωστό σκαλιώτικο φαρμακείο του Μιχαλάκη Σαλισβουρή.

     Το ψευδώνυμο πρόδιδε την επαγγελματική σχέση του ανθολόγου με το φαρμακευτικό επάγγελμα: Adonis vernalis, είναι το επιστημονικό όνομα του θεραπευτικού φυτού Άδωνις ο χειμερινός, που χρησιμοποιείτο ως αντιυπερτασικό και για καρδιακά προβλήματα.

     Τρία χρόνια αργότερα ο Βερνάλης επιμελήθηκε και προλόγισε Τα τραούδκια του βοσκού, του Κυριάκου Θ. Καρνέρα, από την Ξυλοτύμπου, ενός από τους σημαντικότερους λαϊκούς ποιητές της Κύπρου. 

     vernalisflΤέλος, το 1942, κυκλοφόρησε και μια συλλογή δικών του χρονογραφημάτων (Η σύγχρονη ζωή. Κύπρος 1942) αφιερωμένη στη μνήμη του εργοδότη του, Μιχ. Σαλισβουρή, “του ανθρώπου που πόνεσε, όσο λίγοι στη ζωή, τους συνανθρώπους του, τον αληθινό χριστιανό στην πράξη κι όχι στη θεωρία, στον γιατρό των φτωχών”. Στα σύντομα αυτά κείμενα ο συγγραφέας, όπως ο ίδιος μας πληροφορούσε, απεικονίζει “με ωμό ρεαλισμό τες πληγές της σύγχρονης κοινωνίας».

     Μετά το 1945 ο Άδωνης Βερνάλης ασχολήθηκε συστηματικότερα με τη δημοσιογραφία (διευθυντής της Εφημερίδος του Λαού ―Λάρνακα 1945, και αργότερα συντάκτης στις εφημερίδες Ο Φιλελεύθερος και Εθνική).

Το φυτό Adonis vernalis

     [Ακολουθεί ένα χρονογράφημα από τη Σύγχρονη ζωή].

ΟΙ “πρώην άνθρωποι”

Ελάχιστοι θα προσέξανε την τραγωδία ενός “πρώην ανθρώπου” που ξετυλίχτηκε στον παραλιακό δρόμο της Σκάλας πριν από λίγες μέρες. Για μένα τουλάχιστον που την παρακολούθησα ήταν μια ρεαλιστική εικόνα της αξίας του ατόμου στην καθημερινή μας κοινωνία.

     vernalissynchronizoe1Τι αντίθεση, όμως, από την “πρώτη σκηνή” που βρέθηκα πάλιν μάρτυρας εδώ και λίγα χρόνια!

     Ήταν δειλινό και σεργιανούσα στην παραλία για να την γνωρίσω, γιατί μόλις είχα έλθει από το χωριό.

     Κοντά σ’ ένα μεγάλο καφενείο, με μπουλούκια-μπουλούκια κόσμο, σταματούσε μια πολυτελέστατη λιμουζίνα.

     Δυο γκαρσόνια πετάχτηκαν απ’ το βάθος του καφενείου κι αφού κάνανε μια εδαφιαία υπόκλιση ανοίξανε την πόρτα. Γύρω επικρατούσε αληθινή κατάνυξη.

     Κι όμως εγώ δεν έβλεπα παρά ένα άνθρωπο όπως τους άλλους να κατεβαίνει απ’ τη λιμουζίνα.

     Με το πέρασμα του χρόνου δεν άργησε να λυθεί η απορία μου, γιατί παντού του κάνανε την ίδια υποδοχή. Ήταν κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας!!

     Αλήθεια, τι αξία έχει ο άνθρωπος, σκεφτόμουνα, σαν η τύχη τον ευνοήσει να γεννηθεί πλούσιος. Όπου ρίψει το βλέμμα του θα δει ανθρώπους να υποκλίνουνται μπροστά του σαν σκουλήκια. Κανένας δεν έχει αντίρρηση σ’ ό,τι αυτός βγάλει απ’ το στόμα του.

     Απασχολούμουνα μ’ αυτές τις σκέψεις και καταριόμουν τη μοίρα μου που μ’ έκαμε φτωχό.

     Πέρασαν χρόνια από τότε χωρίς όμως να σβύσει απ’ την φαντασία μου η σκηνή του παραλιακού δρόμου.

     Ένα δειλινό πριν λίγες μέρες αντίκριζα τον ίδιο άνθρωπο, με πρόσωπο γερασμένο κι ατημέλητο, να περνά σκυφτός, με συνοδεία δυο υπαλλήλους του Δήμου και να οδεύει προς το λιμάνι των απόκληρων, το Πτωχοκομείο.

     Γύρισα και κοίταξα τους θαμώνες του μεγάλου κέντρου για να δω αν του ρίχνανε έστω και ένα πονετικό βλέμμα.

     Κανένας όμως δεν τον είχε προσέξει.

     Γύρισα βιαστικός στο σπίτι γιατί τα μάτια μου είχαν βουρκώσει από την αντίθεσιν των δύο σκηνών.

     Έπρεπε να βρω κάποιον ―που να μπορούσε να με νιώσει― να του μιλήσω για το κατάντημα του σημερινού ανθρώπου που έχει για πίστη και θρησκεία τον Μαμμωνά. Δεν βρήκα κανένα στην μικρή μου καμαρούλα παρά το γραφείο μου. Πήρα το χαρτί κι έγραψα ό,τι ήθελα να πω.

theocharstylphoto2

 

Ο Στυλιανός Ι. Θεοχαρίδης γεννήθηκε στην Άχνα το 1886 και πέθανε το 1923. Έζησε στη Λάρνακα και στη Λευκωσία και έγραψε ποίηση (κυρίως ερωτική και πατριωτική) την οποία δημοσίεψε σε εφημερίδες και περιοδικά της Κύπρου, της Αιγύπτου και της Ελλάδας. Το 1925 ο πατέρας του εξέδωσε στη Λάρνακα μερικά από τα ποιήματά του («Ποιήματα, παρμένα εκ της μεγάλης του σειράς»), σημειώνοντας σε προλογικό σημείωμα: “Ένας βαριά πληγωμένος πατέρας θέλων να ρίψη βάλσαμο στην πλήγωμένη του καρδιά, απεφάσισε να παρουσιάση στο φιλαναγνωστικό κοινό αρκετά από τα ποιήματα του μακαρίτη του γυιού του με την ιδέα [ότι] κάτι καλό κάμνει για τη μνήμη του”.

theocharstylpoem2Παρ’ ότι ο Στυλ. Θεοχαρίδης δεν διακρίθηκε ως ποιητής, κατέχει μια τιμητικότατη “πρωτιά” ως ο πρώτος Κύπριος που έγραψε στον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη (τον Σεπτέμβριο του 1919) εφράζοντας θαυμασμό για το έργο του και την επιθυμία να αγοράσει και να γνωρίσει όλο του το έργο. Τον επόμενο μήνα ο Καβάφης ανταποκρίθηκε στο αίτημα του θαυμαστή του συνοδεύοντας τα ποιήματα με σχετική επιστολή.

theoharstylbook


melisnik[Ο πεζογράφος Μελής Νικολαΐδης γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1892, και από εδώ άρχισε τη συγγραφική δραστηριότητά του. Στην πόλη εξέδιδε και την εβδομαδιαία εφημερίδα Ηχώ της Κύπρου, κατά την περίοδο 1913-1920. Το 1924 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου πέθανε το 1979 αφήνοντας πλούσιο πεζογραφικό έργο. Ήταν εξάδελφος του ποιητή Ξάνθου Λυσιώτη. (Η νεανική φωτογραφία του είναι από τα χρόνια της διαμονής του στη Λάρνακα)].

Από τη στιγμή που το αυτοκίνητο έμπαινε στη Λάρνακα, πλήθος από ωραίες κι αγαπημένες αναμνήσεις με υποδέχτηκε και με ακολούθησε σαν ένα πυκνό και πολυθόρυβο σμήνος από χελιδόνια, που αντί να προαναγγέλλουν την άνοιξη με το κελαδητό τους, τραγουδούσαν μιαν παλιά, περασμένη, μα και αξέχαστη άνοιξη ―την πρώτη άνοιξη της ζωής μου.

     Να οι γραφικές Καμάρες, που αποτελούσαν τότε τον συνηθισμένο χώρο των σχολικών μας εκδρομών. Εκεί αντίκρυ, κάτω από τα τόξα τους, απλώναμε τις πετσέτες μας και τρώγαμε τα λιτά φαγητά μας· εκεί γύρω παίζαμε, γελούσαμε και τραγουδούσαμε· εκεί πάνω σκαρφαλώναμε, για να πιούμε το δροσερό τρεχούμενο νερό μέσα στο πέτρινο αυλάκι του. Και νιώθω ακόμα και σήμερα την ίδια δροσιά και την ίδια χαρά.

     Να ο Άης Γιώργης με το πανηγύρι του, με τα γεμάτα από σουτζούκκον και σισαμένιον χαλουβάν σακιά, με τις πρόχειρες τέντες των λουκουμάδων και με τα ξύλινα αλογάκια, που γύριζαν γύρω από έναν χοντρό στύλο. Απ’ αυτά έπεσα κάποια φορά και χτύπησα στο φρύδι· και μια μικρή μου φίλη φρόντιζε με στοργική ανησυχία να μου σταματήσει το αίμα. Και όπως έχω ακόμα το σημάδι από το χτύπημα δίπλα στο φρύδι, νιώθω ακόμα και τώρα το απαλό χάδι του τρυφερού χεριού της φίλης στο πρόσωπό μου.

     Να το σεμνό χτήριο του τότε γυμνασίου μας με τις σεβαστές μορφές των καθηγητών και τις αγαπητές των συμμαθητών, που με συγκίνηση τις ανακαλεί η μνήμη. Πόσες αναμνήσεις ―πνευματικότερες αυτές― απ’ αυτή την αναπόληση. Εδώ είχα την πρώτη… συγγραφική έμπνευση: να γράψω… Ελληνική Ιστορία! Κι εδώ, μαζί με λίγους φίλους, εκδώσαμε χειρόγραφη και έπειτα πολυγραφημένη… εφημερίδα (που δυστυχώς δεν θυμούμαι τον τίτλο της, αλλά θυμούμαι το καταπληκτικό μου ψευδώνυμο “Σιμουρδαίνος”, παρμένο, αν δεν κάνω λάθος, από κάποιον ήρωα του Ουγκώ!)

     Κι οι αναμνήσεις ξεπετιούνται ολοένα από παντού, από κάθε τοποθεσία και κάθε σημείο της αγαπημένης γενέτειρας, σμιγμένες όλες με παλιά γεγονότα και παλιά φευ! πρόσωπα, που γεμίζουν όμως την μνήμη από νιάτα, και δονούν την ψυχή με τα πιο τρυφερά αισθήματα.

     Κι έτσι ζωντανεμένες και ξανανιωμένες και οι δυο ―μνήμη και ψυχή―, με καινούργια φτερά η πρώτη, με νέες λεπτές κι ευαίσθητες χορδές η δεύτερη, πετούν σφιχτοδεμένες κι αξεχώριστες πάνω από τα γνώριμα και προσφιλή τοπία, και τρυγούν τα πιο γλυκά αναθύματα, όπως οι γλυκοί χυμοί, που οι μέλισσες τρυγούν από τα λουλούδια, για να κάμουν το μέλι.

     Πετούν πάνω από τον αγαπημένο μου περίπατο, τη λεωφόρο Αρτέμιδος (θα κρατεί ακόμα, υποθέτω, το ίδιο όνομα, που είχε κάμει τότε μιαν καλή γειτόνισσα να λέει με καμάρι πως ο δρόμος ονομάστηκε έτσι, επειδή ο άντρας της λεγόταν… Αρτέμης)· σταματούν για λίγο στην Αγία Φανερωμένη, όπου στο υπόγειο τότε, μέσα στον βράχο, πρωτόγονο εκκλησάκι ανάβαμε μαζί με τους φίλους (και προπάντων με τις φίλες) το κεράκι μας, και δέναμε πάνω στον έξω μεγάλο θάμνο ένα κομμάτι ρούχο ή κορδέλα ―το τάμα μας―, για να μας φανερώσει το αγαπημένο πρόσωπο (πόσο ζωηρά θυμούμαι ακόμα το θαυμαστό αυτό “φανέρωμα” σε μια φίλη μου και σε μένα, όταν, μη τολμώντας να εκφράσουμε τ’ αμοιβαία μας αισθήματα, γράψαμε μονάχα σε δυο κομμάτια χαρτί ο καθένας το όνομα του άλλου, και τ’ ανταλλάξαμε με συγκινημένη σιωπή)· και προχωρούν έπειτα στην Αλυκή, όπου μαζί με τους φίλους (και πάντα κυρίως με τις φίλες) μαζεύαμε λουλούδια και βουτούσαμε τα πόδια μας στ’ αλμυρά νερά της όχθης.

     Έπειτα, έτσι σφιχτοδεμένες πάντα η ψυχή και η μνήμη, κατεβαίνουν στην παραλία, για να ξαναχαρούν πάνω στη μεγάλη αποβάθρα και στην προκυμαία (που εξελίχθηκε κατόπιν στις γραφικές Φοινικούδες) το κομψό, χαρούμενο κι ωραίο πλήθος των κοριτσιών και των αγοριών, που έκαναν ακατάπαυστες βόλτες ή κάθονταν στα γεμάτα από κόσμο κέντρα, φλερτάροντας ανώδυνα και γελώντας ευτυχισμένα, ή προχωρούν με ιδιαίτερη συγκίνηση ως τη μικρή αποβάθρα ―την “αποβαθρούν”― για να ξανανιώσουν την ξεχωριστή χαρά της εγκάρδιας συντροφιάς δυο νέων ―του αγαπημένου μου εξάδερφου κι εμένα―, που γελούσαν, αστιεύονταν, κάποτε εμιμούνταν και πρόσωπα του Καραγκιόζη, μέσα σε δυνατά και ακράτητα γέλια.

     Αλλά η ψυχή ―και χωρίς πια τη βοήθεια της μνήμης― ξαναζεί με βαθιά συγκίνηση όχο μόνο παλιές αναμνήσεις, αλλά και σύγχρονες και ζωντανές στιγμές ζωής, που δένονται και συνεχίζουν τις πιο ωραίες και πιο αγαπητές αναμνήσεις.

     Στο σπίτι της αδελφής μου είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι συγγενείς, για να με χαιρετίσουν. Και όλοι να με τριγυρίζουν, να με περιποιούνται και να με φροντίζουν με την ίδιαν αγάπη, στοργή και προθυμία. Τους έβλεπα όλους γύρω μου με καμάρι ―ανάμεσά τους ο ιδιαίτερα αγαπημένος μου εξάδερφος― και χαιρόμουν με συγκίνηση την ωραία στιγμή.

     Ιδιαίτερη συγκίνηση που έδωσε η επίσκεψή μου στον ιστορικό ναό του Αγίου Λαζάρου. Καθώς μπήκα στην εκκλησία ολόμονος κι έμεινα απερίσπαστος κι απομονωμένος, μπόρεσα να νιώσω ως το βάθος την ίδια ιερότητα της ατμοσφαίρας, όπως τότε, άναψα με την ίδια ευλάβεια το κερί μου μπροστά στην ίδια εικόνα, κατέβηκα με το ίδιο δέος στον ιερό τάφο του αγίου αναπνέοντας την ίδια θαυμαστή ευωδία, ένιωσα την ίδια, όπως τότε, ανάγκη προσευχής κι εξάρσεως. Και προσευχήθηκα με μάτια βουρκωμένα.

     Αλλά εκτός από τις στενά προσωπικές και συναισθηματικές αυτές εντυπώσεις θα προσθέσω και μια γενικότερη και σημαντικότερη, που μου χάρισε η επίσκεψη σ’ ένα αρχοντικό της πόλεως, το σπίτι του κ. Ζ.Δ. Πιερίδη. Καθώς θαύμαζα τους πολύτιμους αρχαιολογικούς, ιστορικούς και λαογραφικούς θησαυρούς του σπιτιού, το οποίον μια λαμπρά οικογενειακή παράδοση, που την συνεχίζουν μ’ έμπνευση και πίστη οι αληθινά καλλιτεχνικές ψυχές του ζεύγους Πιερίδη, το έχει μετετρέψει όχι μόνο σ’ ένα εξαίρετο μουσείο, αλλά και σε μια μόνιμη έκθεση γνήσιας Τέχνης, πλάταινα μέσα στη σκέψη μου τα πλαίσια του σπιτιού και της οικογενειακής παραδόσεως, και τα άπλωνα σ’ ολόκληρη την πόλη, στην ιστορία της και στη ζωή της. Και την αρχοντιά του πνεύματος και της ψυχής, που χαιρόμουν μέσα στις μεγάλες εκείνες αίθουσες, την ένιωθα ν’ ανταποκρίνεται κα να συνταυτίζεται με την ίδιαν αρχοντιά, που αναδίνεται από τη σεμνή κι ωραία γενέτειρα πόλη μου, από τα παλιά της χτίσματα, από τη συμπεριφορά, την έκφραση, και τις εκδηλώσεις των κατοίκων της, από την όλη ευγενική ατμόσφαιρά της. (Ιούνιος 1961)

Μελής Νικολαΐδης, Η Κύπρος μας, η Ομορφιά της, η Ζωή της, ο Αγώνας της (1965), σ. 62-64.

Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031