You are currently browsing the category archive for the ‘Ποίηση’ category.

Στίχοι από παλαιό (του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου) επιθεωρησιακό νούμερο του Χρήστου Κάρμιου (1913-1999), πάντοτε επίκαιρο ―παρά την ηλικία του, που προδίδεται από αναφορά στον Μαχάτμα Γκάντι!

Advertisements

Ο λαϊκός ποιητής Ανδρέας Π. Μαππούρας (1918-1998), από την Αραδίππου, ήταν για περίπου μισό αιώνα πολύ οικεία δημιουργική παρουσία στην πόλη της Λάρνακας. Γνωστός ευρύτερα στην Κύπρο ως ο τελευταίος “επαγγελματίας ποιητάρης”, δηλ. ο τελευταίος του είδους που εξασφάλιζε τα προς το ζην αποκλειστικά από την ποίησή του ―κάτι όχι τόσο ασυνήθιστο σε παλαιότερα χρόνια― κυκλοφορούσε διαθέτοντας τις φυλλάδες του σε κάθε ενδιαφερόμενο. Συμμετείχε επίσης στην ετήσια γιορτή του Κατακλυσμού στη Λάρνακα κερδίζοντας, πολύ συχνά, βραβεία.

Ο Παύλος Λιασίδης (1901-1985), από τη Λύση, είχε πρωτοδημοσιεύσει ποιητάρικες φυλλάδες το 1921, όμως η ποιότητα του κατοπινού έργου του τον ανέδειξε ως ένα από τους καλύτερους ιδιωματικούς ποιητές του τόπου. Το 1974, ύστερα από την τούρκικη Εισβολή, υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Λάρνακα, όπου έζησε έως το θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1985. Έξι μήνες αργότερα ένας άλλος σπουδαίος ιδιωματικός ποιητής, ο Κυριάκος Θ. Καρνέρας (1900-1986), από την Ξυλοτύμπου, ακολουθούσε τον Λιασίδη στον τάφο.

Την απώλεια αυτών των δύο ομοτέχνων του, με γνήσια συγκίνηση και έκδηλη ταπεινοφροσύνη, τίμησε ο νεότερός τους Ανδρέας Π. Μαππούρας στα ποιήματα που ακολουθούν, χωρίς να παραλείπει και κάποια κριτική της επικαιρότητας.

Στον αείμνηστον Παύλον Λιασίδην

Έφυες με παράπονον της προσφυγιάς θκειέ Παύλο

τζι ’εν θα ’χουμε συνάδερφον όπως εσέναν άλλο.

Σαν να ’σουν ένας τζιύρης μας με τες παραντζελιές σου

τζι έθελα πάντα να πατώ μέσα στες αυλατζιές σου.

Α(ν) δεις που τους συντρόφους μας κανέναν εις τον Άδη

πε τους κανέναν ποίημα ας εν’ τζιαι για σημάδι.

Παλαίσην, για τον Κουρουζιά, τον Γιώρκον Κατσαντώνη,

πε τους το λλιανίσκουμεν ώσπου περνούν οι γρόνοι.

Τζι αν ευρεθούμεν κάποτε στον Άδη τζι εν’ κισμέτι

τζι έσιει λαούτα τζιαι βκιολιά  κάμνεις μας ζιαφέτι.

Έναν κλωνί βασιλιτζιάν στεφάνι σου χαρίζω

τζι ως που ’χω πάνω μου οπνιάν εν να σε μακαρίζω.

Ανδρέας Μαππούρας 29-9-1985

Στην μνήμην του αξέχαστου συνάερφού μου

Ποιητή

Αείμνηστου Κυριάκου Καρνέρα

Έπαρτους σιαιρετίσματα

Έφυες Γέρο Πλάτανε τζι εσού κατόπιν τ’ άλλου,

θέλω να πω, του φίλου μας του μακαρίτη Παύλου.

Μπορεί να σου ’πεν κάποτε, φαίνεται μιαν ημέρα,

“Έτο πααίννω, τζι έρκεσαι κατόπιν μου, Καρνέρα”.

Συμφωνημένοι να ’σαστον ήτουν να γελαστείτε

που έξι μήνες τζι ύστερα να πάεις να βρεθείτε.

Αν δειτε τους συντρόφους μας τζει κάτω τζει που πάτε,

περνούν νάκκον καλλίτερα κανέναν αρωτάτε.

Τζει κάτω πέρκι ’εν έσιει κλέφτες, όπως ’δα πάνω,

όσα τζι αν έχουν θέλουσιν για να ’χουν παραπάνω.

Ούτε ’εν να γυρίζουσιν τες πόρτες να κτυπούσιν

για Δήμαρχους τζιαι βουλευτές ψήφους για να ζητούσιν.

Αν κάμνουσιν πυρηνικά, πυραύλους τζιαι κανόνια,

’εν να λαλούμεν του Θεού να μας πιντώννει γρόνια.

Αν ’εν την ίδιαν ζωή που ζιουν οι πεθαμμένοι,

να μείνουμεν στον τόπον μας που ’μαστον μαθημένοι.

’Πο τούτα ούλα ’εν έσιει στον Άδην σαν λαλούσιν,

έπαρ’ τους σιαιρετίσματα τζιαι να μας καρτερούσιν.

Ανδρέας Μαππούρας, Αραδίππου 30-3-86

[Γλωσσάρι : κισμέτι (τουρκ.) = μοίρα / ζιαφέτι (τουρκ.) = γλέντι / οπνιά = αναπνοή / πέρκι (τουρκ.) = ίσως / πιντώννω = προσθέτω].

Τον Αύγουστο του 1897 δημοσιεύονται σε εφημερίδες δύο ελεγειακά ποιήματα για το θάνατο του 23χρονου Adrien Beraud, τέκνου της γνωστής σκαλιώτικής οικογένειας του Celestin Beraud (1837-1915), ναυτιλιακού πράκτορα και αντιπροσώπου της γαλλικής ναυτιλιακής εταιρείας Messageries Maritimes (ένας αδελφός του Celestin, ο Λεοπόλδος Μπερώ, είχε υπηρετήσει ως Δημοτικός Σύμβουλος Λάρνακας το 1878). Τόσο ο Celestin όσο και ένας άλλος γιος του, ο Antoine (1870-1920) – στον οποίο αφιερώνεται το ένα από τα ελεγεία – αντικαθιστούσαν τον Γάλλο Πρόξενο στη Λάρνακα, όταν αυτός απουσίαζε από την Κύπρο.

Το πρώτο ελεγείο υπογράφει ο δημοσιογράφος και ποιητής Νικολάκης Δ. Φραγκούδης (1857-1913), από τη Λάρνακα, ενώ το δεύτερο ο λόγιος Θεοχάρης Α. Χωματενίδης [Χωματένος] (1855-1920), από την Κοντέα. (Η δημοσίευση σε εφημερίδες ελεγείων για το θάνατο νέων ανθρώπων δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο κατά τα παλαιότερα χρόνια. Βλ. και ανάρτηση αρ. 180, όπου παρουσιάστηκαν δύο ελεγειακά ποιήματα του 1853).

Adrien C. Beraud (1874-1897)

[Ευχαριστώ τoν φίλο Rene Beraud για τη φωτογραφία του A. Beraud και για πληροφορίες σχετικές με την οικογένειά τους].

O Xριστόδουλος Ηλία Kουππάς γεννήθηκε στη Λάρνακα το 1845 και φοίτησε στο Σχολαρχείο της πόλης. Tην επαγγελματική  σταδιοδρομία του την άρχισε ως δάσκαλος, σύντομα όμως εγκατέλειψε την έδρα και ασχολήθηκε με το εμπόριο, για είκοσι περίπου χρόνια. Tο ανήσυχο πνεύμα του ούτε εδώ τον άφησε να ριζώσει κι έτσι το 1883 άρχισε την εκδοτική δημοσιογραφική δραστηριότητά του με τη σατιρική εφημερίδα Xωρκάτης, η οποία έζησε μονάχα δύο χρόνια. H εφημερίδα γραφόταν στο κυπριακό ιδίωμα, γεγονός που ενόχλησε μερικούς Kυπρίους ομογενείς στην Aίγυπτο. Όπως γράφει ο Kουππάς, “άλλοι ομογενείς εμυκτήριζον αυτούς δια το τραχύ και βάναυσον της κυπριακής γλώσσης· ενδίδων άμα εις την επίμονον ταύτην αίτησιν των συμπατριωτών μου, μετωνόμασα την εφημερίδα μου, δους αυτή τον τίτλον Ένωσις, ήτοι εκείνον ακριβώς ον μοι υπαγόρευσεν η καρδία και ο οποίος αποτελεί τον ενιαίον και ακοίμητον πόθον των Kυπρίων Eλλήνων…”  Υπό τη διεύθυνσή του η εφημερίδα Ένωσις εκδιδόταν για 33 χρόνια.

Δείγμα της σατιρικής ποίησης του Χρ. Κουππά ―από δικό του χειρόγραφο― παρουσιάζεται πιο κάτω.

O Φιλάργυρος προ του Πλάστου

Θεέ μου, τί απέγινε τόση περιουσία

ην άφησα επί της γης, κληθείς εδώ να έλθω!

Mήπως μου γίνει όλεθρος αυτή η απουσία;

Eπίτρεψόν μου, Πλάστα μου, στην γην να επανέλθω.

*

Πόσα δεινά υπέφερα όπως την συναθροίσω!

Tο ένδυμά μου πενιχρόν, το φαγητόν επίσης,

νήστις πολλάκις έμεινα το χρήμα να κερδίσω,

έζησα βίον αφανή, άθλιον, με στερήσεις.

*

Διύλιζον τον κώνωπα εις πάσαν εργασίαν,

τα ράκη ανεσκάλευον, ανέπνεον την κόνιν,

συνέλεγον τα σκύβαλα με όψιν απαισίαν,

σύνθημα έχων πάντοτε την απληστίαν μόνην.

*

― Λησμόνησον όλα εδώ, θνητέ, του άλλου κόσμου

τα πλούτη, χρυσός, άργυρος δεν έχουσιν αξίαν,

άπαντα μηδενίζονται τα γήινα εμπρός μου,

μισώ και αποστρέφομαι πάσαν πλεονεξίαν.

*

Στον Oυρανόν είν’ αρετή η καθαρά καρδία,

πλούτος τα έργα τ’ αγαθά, η ελεημοσύνη,

λείπει η πολυτέλεια, επίδειξις καμμία

και βασιλεύει αντ’ αυτών αγάπη, καλοσύνη.

*

Eίν’ η ζωή αιώνιος ενταύθα άνθρωπέ μου,

τα αγαθά της άφθαρτα, γαλήνη, ηρεμία.

Περίλυπος τί σκέπτεσαι; ειλικρινώς ειπέ μου,

την κεφαλήν σου βέβαια σκέψις κρατεί, ανία.

*

― Λυπούμαι ότι έχασα τόσους μόχθους και κόπους,

όσους υπέστην εν τη γη, μαρτύρια, στερήσεις,

γεγυμνωμένος παντελώς ήλθον σ’ αυτούς τους τόπους,

πώς να μην έχω θλιβεράς, Πλάστα μου, αναμνήσεις;

*

― Ω άνθρωπε ουτιδανέ! τα πάντα είναι κόνις,

στον άλλον κόσμον μάταια, τέφρα, σποδός και χώμα!

Γιατί το βλέμμα σου στην γην εισέτι προσηλώνεις

και ανοσίως βλασφημεί το δολερόν σου στόμα;

*

Δεν επανέρχεσαι ποτέ στην σφαίραν όπου λέγεις,

λησμόνησον τα αγαθά τα πρόσκαιρα του κόσμου·

δεν έχεις το δικαίωμα τους τόπους να εκλέγεις

κι ελθέ να απολογηθείς λεπτομερώς εμπρός μου.

*

Mεγάλην βίβλον ήνοιξεν ο Πλάστης κι εξετάζων

προσεκτικώς ηρίθμησεν του φιλαργύρου πράξεις,

προς ον αποτεινόμενος θυμώδης, σκυθρωπάζων,

είπε, και έσεισε σφοδρώς των Oυρανίων τάξεις.

*

― Άπελθε στο εξώτερον πυρ, το ητοιμασμένον

για τον φρικτόν Διάβολον και τους αυτού Aγγέλους,

σ’ όλας εκεί τας πράξεις σου σ’ έχω δοκιμασμένον

και τιμωρίαν πρέπουσαν θα εύρεις επιτέλους.

*

Ωφέλιμος δεν έγινες ου μόνον στον πλησίον,

αλλ’ έτι εβασάνισες φρικτά τον εαυτόν σου,

φύγε μακράν, μη ίστασαι εις το πλευρόν Oσίων,

διότι συ ελήστευσας κι αυτόν τον αδελφόν σου.

Λάρνακι 23/4 Φεβρουαρίου 1899

Χ. Κουππάς

[Στίχοι του Χρ. Κουππά περιλαμβάνονται και στις αναρτήσεις αρ. 51, 52, 126, 217, 300].

Κατά την περίοδο 1904-1906 βρισκόταν στην Κύπρο ο ελλαδίτης λαϊκός βάρδος και εθνικός ιεραπόστολος Σπύρος Ματσούκας (1873-1928) οργανώνοντας εράνους για τον πολεμικό στόλο της Ελλάδας. Οι Κύπριοι συνεισέφεραν περίπου 6000 λίρες, ποσό μεγάλο για την εποχή. Τα χρήματα των περιοδειών του στον ελληνισμό Αμερικής, Κύπρου και αλλού, χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά των αντιτορπιλλικών «Κεραυνός» και «Νέα Γενεά», τα οποία έδρασαν κατά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1914.

Ο Σπύρος Ματσούκας, ο οποίος ήταν απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ουδέποτε άσκησε το επάγγελμα του νομικού αλλά αφιέρωσε τη ζωή του σε εράνους για εθνικούς σκοπούς. Έγραψε ποίηση χωρίς μεγάλες αξιώσεις, που εξέφραζε κυρίως την αγάπη του για την Ελλάδα. Στην κηδεία του λόγο διάβασε ο Κωστής Παλαμάς.

Περνώντας από τη Λάρνακα ―όπως και σε όλη την υπόλοιπη Κύπρο― ο Ματσούκας έγινε δεκτός με μεγάλο ενθουσιασμό. Ανάμεσα στους πολλούς σκαλιώτες φίλους του ήταν και ο δημοσιογράφος Κλεόβουλος Ν. Μεσολογγίτης (1872-1939), εκδότης της εφημερίδας Νέον Έθνος (1893-1934), στον οποίο με θερμή αφιέρωση χάρισε στίχους του ειδικά γραμμένους γι’ αυτόν καθώς και χειρόγραφο του ποιήματός του «Ο Χρυσαετός» αφιερωμένου «Εις την Μεγάλην Σκιάν του Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου». [Η φωτογραφία του Κλ. Ν. Μεσολογγίτη παραχωρήθηκε από τον Λούη Περεντό].

Η αγάπη του Ματσούκα για την Κύπρο εκφράζεται και στο ακόλουθο ποίημά του :

Στην Κύπρο

Ω Κυπριώτικα βουνά, σε σας όλ’ η ζωή μου…

Έφυγα, κι ούτε μια στιγμή δεν έμεινα μακριά σας.

Σας πήρα μέσα στην ψυχή και σας κρατώ μαζί μου,

Ω, Κυπριώτικα όνειρα, με τ’ άγια μυστικά σας.

 *

Κάθε χωριό σας, σα γλυκό και απαλό τραγούδι.

Κάθε βουνό σας, του βοσκού ένας γλυκός σκοπός.

Κάθε κλαδί ολάνθιστο. Κάθε μικρό λουλούδι.

Για μένα ένα όνειρο κι ένας χαιρετισμός.

Στις 4 Νοεμβρίου 1956 εξερράγη βόμβα μπρος στο Παγκύπριο Εμπορικό Λύκειο Λάρνακας ενώ περνούσε μηχανοκίνητη περίπολος των αγγλικών «Δυνάμεων Ασφαλείας». Τούτο έδωσε τη δικαιολογία στον Κυβερνήτη Σερ Τζων Χάρτιγκ να διατάξει κλείσιμο του σχολείου ―μια σκληρή απόφαση στρατιωτικού χωρίς άλλες ευαισθησίες, που κράτησε κλειστό για δεκατέσσερις μήνες το ιστορικό σχολείο της πόλης (του οποίου φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την ίδρυσή του).

Ο διευθυντής του Σχολείου, θεολόγος Χαράλαμπος Πατσίδης, κάτω από αισθήματα θλίψης και έντονης συγκίνησης για το γεγονός, έγραψε τους ακόλουθους στίχους, οι οποίοι δημοσιεύθηκαν λίγο αργότερα. Το ποίημα χωρίς να διεκδικεί «ποιητικές δάφνες» διατηρεί και σήμερα τη ένταση και την αγωνία που επικρατούσε τότε για την τύχη του Σχολείου που τόσα πολλά είχε προσφέρει στην κυπριακή κοινωνία.

Ο γιατρός Νικόλαος Θ. Δέρβης (1861-1937), πατέρας του γιατρού και πολιτευτή Θεμιστοκλή Ν. Δέρβη, ασχολήθηκε και με τη σατιρική ποίηση.

Πιο κάτω, σε στιχούργημά του που δημοσιεύθηκε το 1926, σατιρίζει δύο «γεροντοπαλίκαρα» της Σκάλας : τον Μιχαήλ Σ. Κραμβή, ο οποίος παλαιότερα (1884) είχε εκλεγεί και δημοτικός σύμβουλος Λάρνακας, και τον Λουκή Ζ. Πιερίδη, δραστήριο παράγοντα της πόλης ο οποίος εκείνη τη χρονιά γινόταν 61 χρόνων.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και τις πρώτες του 20ού στη Λάρνακα διασκέδαση πρόσφεραν περαστικοί καλλιτέχνες, σκόρπιες αναφορές στους οποίους συναντούμε σε τοπικές εφημερίδες της εποχής. Ήταν άσημοι βιοπαλαιστές των οποίων διασώζονται μόνο τα ονόματα, αφού οι περιορισμένες ικανότητές τους δεν άφηναν περιθώρια για να διαπρέψουν σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδας ή της Ευρώπης. Στις ειδήσεις των εφημερίδων συναντούμε σύντομες αναφορές στο «εγγαστρίμυθο Λάμπο», τον «ταχυδακτυλουργό κ. Δεδέστιχα» ή τον «Μαριδάκη με τα ανδρείκελά του».

Ο Δημοσθένης Μαριδάκης ―»ο κορυφαίος των ανδρεικέλων καλλιτεχνών»― στάθηκε λίγο πιο τυχερός. Γνωρίστηκε με τον Χριστόδουλο Ηλία Κουππά (1845-1918), γνωστό δημοσιογράφο και εκδότη της σκαλιώτικης εφημερίδας Ένωσις και φεύγοντας από τη Λάρνακα, το 1896, άφησε περισσότερα τεκμήρια του περάσματός του : σε χειρόγραφο τετράδιο στιχουργημάτων του Χρ. Κουππά διασώζεται φωτογραφία του Μαριδάκη (απόκομμα δημοσιεύματος σε εφημερίδα) καθώς και αντίγραφο στίχων του Κουππά, τους οποίους είχε γράψει σε λεύκωμα του Μαριδάκη όταν εκείνος έφευγε («επί τη απελεύσει αυτού»).

Ο Μαριδάκης φαίνεται ότι επισκεπτόταν συχνά στην Κύπρο και τους φίλους του στη Λάρνακα, δίνοντας παραστάσεις ανδρεικέλων [κουκλοθέατρο;] και ταχυδακτυλουργίας. Σε άλλη εφημερίδα, του 1900, διαβάζουμε :

«Αμίμητος ο Μαριδάκης με τα ανδρείκελά του. Εξόχως απολαυστική ήτο η προ ημερών χάριν παίδων απογευματινή παράστασίς του με τα ατελεύτητα γέλοια και τας ωραίας εκπλήξεις της αθώας ηλικίας».

Ακολουθούν οι στίχοι του Χρ. Κουππά :

Τω φιλτάτω μοι φίλω κ. Δημ. Μαριδάκη

επί τη απελεύσει αυτού

Να γράψω θέλεις φίλε μου στίχους στο λεύκωμά Σου

αλλά μοι είνε δύσκολον δια να στιχουργήσω

να αναφέρω επαρκώς τα προτερήματά Σου

της Σης καρδίας τας χορδάς δια να συγκινήσω.

 

Φίλος είσαι ειλικρινής με ευγενείς τους τρόπους

και Καλλιτέχνης άριστος, σπανίας ευγλωττίας

εφ’ ω τυγχάνεις προσφιλής εις όλους τους ανθρώπους

μύστης δε έκτακτος, δεινός, ταχυδακτυλουργίας.

 

Είμαι καγώ Δημόσθενες! είς εκ των θαυμαστών Σου

αγάπην τρέφω δια Σε, συμπάθειαν μεγάλην

δι’ ο, στην τάξιν έχε με των φίλων των πιστών Σου

Και ήδη αποχαιρετών Σ’ ανοίγω την αγκάλην.

 

Προσφέρων Σοι τον ασπασμόν

με της φιλίας σεβασμόν

Φωνών Σοι πολλά Χαίρε!

Φίλε, πιστέ Εταίρε! 

Λάρνακι Ιούνιος 1896   Χ.Η. Κουππάς

Ο λαϊκός ποιητής Γιακουμής Ατσίκκος (1911-1995), από τη Λύση, μετά την τούρκικη Εισβολή του 1974 έζησε σε προσφυγικό συνοικισμό της Λάρνακας έως το θάνατό του. Εδώ δημιούργησε και το εκδομένο έργο του (τρεις ποιητικές συλλογές).

Το χειρόγραφο του ποίηματός του που παρουσιάζεται πιο κάτω είναι της 16ης Απριλίου 1985.

Έντεκα γρόνους ώς τωρά στην προσφυγιάν που ζιούμεν

νυχτοξημερωννούμαστιν τζι’ άγρυπνοι καρτερούμεν

να ξαναπάμεν έσσω μας, τζει κάτω να ταφούμεν.

Βρίσκουσιν τρόπους, κάθονται εις τες συνομιλίες,

μα λύσην ’εν ι-βρίσκουσιν, πιντώννουν τες αιτίες.

Οι ξένοι πάντα μάχουνται για το δικόν τους κκιάρι

τζιαι μας ’δα κάτω να τα βρουν ―πετσίν, τζι’ άλλοι τομάρι.

Όπου αγάπη τζι’ ο Θεός, οι πρωτινοί λαλούσι,

έτσι έχουν μιαν δύναμιν τζιαι τ’ άδικον νικούσι,

τούτ’ εν’ η στράτα η καλή, τζι’ ούλλοι μας να τη[ν] δούμεν,

ατ τ’ ’εν να λείψ’ η προσφυγιά τζιαι να ξαναστραφούμεν

στα σπίθκια μας που καρτερούν, τζι’ ειρήνικά να ζιούμεν.

Γιακουμής Ατσίκκος 1985, 16/4

[Εικοσιπέντε χρόνια από τότε που η λαϊκή ψυχή του Γιακουμή Ατσίκκου εξέφραζε επιγραμματικά την κυπριακή πραγματικότητα εκείνης της εποχής, πόσα έχουν αλλάξει;]

Ο εθνικός μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) για μεγάλο διάστημα κατά την περίοδο 1868-1876 έζησε στη Μητρόπολη της Λάρνακας όπου συγγενής του ήταν ο Μητροπολίτης Κιτίου Κυπριανός Οικονομίδης. Από την περίοδο αυτή σώζονται τα πρώτα ποιήματα του Μιχαηλίδη κι ανάμεσά τους τρία λυρικά του 1875 (“Το σίγαρον”, “Ο αποχωρισμός”, Το αεράκι”) τα οποία σχετίζονται με το “πρωτο, γνωστό ερωτικό ειδύλλιο της ζωής του”.

Γράφει σε σχετικό δημοσίευμά του, το 1933, ο Αντώνης Κ. Ιντιάνος :

“Ο μακαρίτης Λουκής Πιερίδης σ’ ένα του γράμμα ημερομηνίας 31.5. 1929, σταλμένο σε μένα, γράφει σ’ απάντηση σχετικά μ’ ερωτήσεις μου απάνω στο τραγούδι [“Το σίγαρον”] πως στο σαλόνι του Μπαρτζίλι σύχναζαν ταχτικά όλοι οι διανοούμενοι και προύχοντες της εποχής καθώς και οι πρόξενοι των ξένων Δυνάμεων. Η κυρία Μπαρτζίλι, αδελφή του Ρισιάτ Mαττέη [Richard Mattei], του πλούσιου ιταλού χρηματιστή και βουλευτή, ενός από τους πρωτοδιορισθέντες βουλευτές πριν από το σύνταγμα του 1882, είχε τέσσερις θυγατέρες, την Eugenie, την Άδα ―που πήρε σε δεύτερο γάμο ο ποιητής Γουσταύος Λαφφών, τη Μαρή και την Ίρενα. Στο σπίτι τους σύχναζε κι ο Βασίλης που φαίνεται πως ερωτευόταν την πρώτη. Αυτή μια μέρα τύλιξε ένα σιγαρέτο που το πρόσφερε στον ποιητή κι η τέτοια περίσταση γέννησε τ΄ομώνυμο τραγούδι. Μερικοί άλλοι, όμως, με πληροφορούνε πως, μ’ όλον που το τραγούδι αυτό γράφτηκε για το σιγαρέτο που του πρόσφερε η Eugenie, ο ποιητής αγαπούσε την πιο μικρή, την Ίρενα, που πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία και που την αγαπούσε επίσης ο ποιητής Θεμιστοκλής Θεοχαρίδης”.

Το σίγαρον

Ώ δροσερόν μου σίγαρον, τις σ’ έδωκεν την δρόσον,

τις σ’ έδωκεν την δύναμιν και με δροσίζεις τόσον;

Μην έλαβες την δύναμιν εκ των κομψών δακτύλων,

οπόταν σε συνέθλιβον και σ’ έκαμναν στρογγύλον;

Την δρόσον μήπως σ’ έδωκε με ένα απασμόν της,

η γλώσσα, ήτις σ’ έβρεξε με το γλυκύ υγρόν της;

Μήπως κανένα μυστικόν σε είπε, και γνωρίζεις,

κι οπόταν με τα χείλη μου σε πίνω ψιθυρίζεις;

Ειπέ το, σίγαρόν μου, πριν ολοτελώς σε καύσω,

αν είν’ ωραίον να χαρώ, αν είν’ κακόν να κλαύσω!

Εν Λάρνακι 1875

Μία άλλη δημοσιευμένη μαρτυρία του γεννημένου στη Λάρνακα ποιητή Δημήτρη Θ. Λιπέρτη, ο οποίος ζούσε τότε στην πόλη και γνώριζε προσωπικά τον Μιχαηλίδη, αναφέρει :

“Ο αείμνηστος Βασίλης, όστις, καθώς ξεύρετε, ήτο συγγενής του μακαρίτου Κυπριανού, ευρίσκετο μεταξύ άλλων Λευκονοιτζιατών εν τη Μητροπόλει Λάρνακος, υπηρετών ως οικονόμος ―κελλάρης. Μου φαίνεται ότι ο Μητροπολίτης δεν τον ηυνόει και πολύ, καθότι δεν είχε μεριμνήσει δεόντως περί της μορφώσεώς του, και τούτο ο Βασίλης, όστις πράγματι ήξιζεν όλους τους άλλους συγγενείς του Δεσπότη, το έφερεν, πάνυ δικαίως, πολύ βαρέως· τον ήκουσα κι εγώ παραπονούμενον. Τούτου ένεκα ηναγκάσθη να μεταβεί εις το εξωτερικόν προς εύρεσιν πόρου ζωής, και προς εκμάθησιν της ζωγραφικής, όθεν μετά καιρόν επέστρεψε πάσχων από ισχυράν ισχυαλγίαν.

Νομίζω ότι πρέπει να προσθέσω ότι πριν ή αναχωρήσει έγραψεν επί του τοίχου ενός δωματίου της Μητροπόλεως το κάτωθι ποίημα, και τούτο δια να πειράξει τον Μητροπολίτην Κυπριανόν, όστις, ως σας είπον, δεν τον είχεν περί πολλού :

Στ’ ανάκτορά σου, Άνασσα, να μεταβώ σκοπεύω

αιχμάλωτός σου να γινώ, διότι σε λατρεύω.

Δεν φαίνεται παράδοξον να γίν’ η θέλησίς σου,

αν είναι πεπρωμένον.

― Αλλά να θύσεις δι’ εμέ το έαρ της ζωής σου.

― Αχ! είν’ εδώ θαμμένον.

[Ποίημα του 1876]

Δεκέμβριος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031