[Το νέο αεροδρόμιο Λάρνακας, που εγκαινιάστηκε πριν από μερικές μέρες, είναι το τρίτο που λειτούργησε στη Λάρνακα. Το πρώτο είχε κατασκευαστεί κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και βρισκόταν σε χώρο πολύ κοντά στο ανατολικό άκρο του αεροδρομίου το οποίο όλη η Κύπρος χρησιμοποιούσε από τα χρόνια αμέσως μετά την τούρκικη εισβολή του 1974 έως πρόσφατα. Το πρώτο αεροδρόμιο ήταν σχετικά πρωτόγονο (και πρόχειρο) έργο, για τις ανάγκες της εποχής.
Λίγο καιρό μετά τον πόλεμο ο άγγλος συγγραφέας Laurie Lee (1914-1997) ήλθε αεροπορικώς στην Κύπρο και με τον κινηματογραφιστή Ralph Keene γύρισαν φιλμ για λογαριασμό της Κυβέρνησης Κύπρου.
Σε βιβλίο που εξέδωσε το 1947 ο Lee, περιλαμβάνεται και η ακόλουθη περιγραφή της άφιξής του στο πρώτο “αεροδρόμιο Λάρνακας”. (Στη φωτογραφία, ο συγγραφέας ξαπλωμένος πάνω σε κυπριακά πορτοκάλία)].
“Από τη Συρία πετάξαμε δυτικά, πάνω από τη θάλασσα, και σε δύο ώρες φάνηκε η Κύπρος να επιπλέει στα νερά. Μέσα στον άδειο ωκεανό, κάτω από τον αχανή γαλάζιο ουρανό, το νησί ερχόταν κατεπάνω μας όπως ένα ηφαίστειο μέσα σε πυκνά νέφη. Κατεβήκαμε αργά και γλυστρίσαμε προς την ακτή, και προσγειωθήκαμε μέσα σε ριπές βροχής πάνω σε χοντρά επιστρωμένο χωράφι κοντά στη Λάρνακα.
Το όριο του αεροδρομίου ήταν ένας σωρός πέτρες, το ίδιο το χωράφι ένα προχειρα καθαρισμένο κομμάτι γης στο χείλος της θάλασσας. Ο ήλιος κοιτούσε μέσα από τα σύννεφα και το έδαφος μύριζε βροχή καθώς προχωρούσαμε προς το παράπηγμα του τελωνείου στην άκρη του δρόμου.
Όπως μαζεύονται τα πλήθη σε λιμάνια για να παρακολουθήσουν την άφιξη πλοίων, έτσι και εδώ υπήρχε ενα μικρότερο πλήθος παρατηρητών― γυαλιστερά πρόσωπα που κοιτούσαν σιωπηλά, μερικά κορίτσια από την πόλη με φανταχτερά ρούχα, λίγοι άντρες με άχρωμο ντύσιμο, και μια χούφτα ξυπόλυτα αγόρια. Δεν χαιρέτισαν κανένα από εκείνους που αφίχθηκαν, αλλά στέκονταν ακίνητοι ενώ πλησιάζαμε, και περάσαμε ανάμεσά όπως τα φαντάσματα. Τι προσμένουν, κάθε μέρα, από αυτό το μικρό λευκό αεροπλάνο φθάνει από τη Συρία; Έναν προφήτη ή ηγέτη; Τον Μεταξά ή τον Μωυσή; Έναν λυτρωτή για να τους ελευθερώσει από τη ζωή τους στο νησί; Φαντάζομαι ότι αναζητούν το πρόσωπο του έξω κόσμου, και μία απεικόνιση της φορεσιάς και του χρήματός του”.








Ο πρόωρα χαμένος σατιρικός ποιητής Ιωάννης Περδίος (1882-1930) παρ’ ότι σατίριζε με τους στίχους του προσωπικότητες και καταστάσεις της εποχής του, διέθετε ήπιο χαρακτήρα και φυσική ευγένεια που επέτρεπαν να είναι πάντοτε αγαπητός σε όλους. Από το 1911 και έως το θάνατό του εξέδιδε στη Λευκωσία την έμμετρη σατιρική εφημερίδα του Μαστίγιον, “Που δύο φορές τον μήνα κροταλίζει / και πότε πίπτει καυστικόν και πότε γαργαλίζει”, όπως έγραφε Όταν πέθανε τον έκλαψε όλη η Κύπρος.