ImageΕίμαστε στη δυσάρεστη θέση να πληροφορήσουμε τους επισκέπτες-αναγνώστες ότι ο δημιουργός και αρθρογράφος του ιστολογίου, Φοίβος Σταυρίδης, απεβίωσε στις 6/3/2012. Δεν θα υπάρξουν καινούργιες αναρτήσεις, αλλά το ιστολόγιο θα παραμείνει στον Παγκόσμιο Ιστό, ελεύθερα προσβάσιμο, όσο το επιτρέψει το WordPress που το φιλοξενεί. Παράλληλα, πρόθεσή μας είναι να προχωρήσουμε (όχι άμεσα) σε έκδοση λευκώματος με όλο το περιεχόμενο του ιστολογίου, κάτι που ήταν επιθυμία και πρόθεση και του Φοίβου Σταυρίδη.

Ευχαριστούμε όλους τους επισκέπτες-αναγνώστες, οι οποίοι αγκάλιασαν με θέρμη το ιστολόγιο.

Η οικογένεια του Φοίβου Σταυρίδη

Στίχοι από παλαιό (του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου) επιθεωρησιακό νούμερο του Χρήστου Κάρμιου (1913-1999), πάντοτε επίκαιρο ―παρά την ηλικία του, που προδίδεται από αναφορά στον Μαχάτμα Γκάντι!

Στις 14 Ιανουαρίου 1954, μόλις τέσσερις μήνες ύστερα από τους φονικούς σεισμούς της Πάφου, ο θίασος “Κυπριακό Θέατρο” δίνει τρεις πανηγυρικές παραστάσεις στο κινηματοθέατρο ΡΕΞ Λάρνακας με την επιθεώρηση “Κουνήματα”, σε κείμενα Κώστα Μαρκίδη και μουσική Έρμαν Ζιρίκοβιτς.

Στο “κλου της Επιθεωρήσεως”, με τίτλο “Η ΚΟΠ Συνεδριάζει” ―όπως χαρακτηριστικά περιγράφεται στο διαφημιστικό φυλλάδιο που κυκλοφόρησε στην πόλη― “παρελαύνουν μπροστά στην αδέκαστη ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ” (την οποία υποδύεται ο σπουδαίος κωμικός Νίκος Παντελίδης) οι ομάδες της ΚΟΠ, περιλαμβανομένης της αρμενικής Αϋμά και της τουρκικής Τσιεττίν Καγιά.

[Η φωτογραφία παραχωρήθηκε από τον Λούη Περεντό]

Το εγκαταλειμμένο, εδώ και δύο χρόνια, συγκρότημα κτηρίων της «Διανελλείου Τεχνικής Σχολής Λάρνακος», μιας σχολής που ―για περισσότερο από μισό αιώνα― πρόσφερε πολλά στην κυπριακή εκπαίδευση, αποτελεί υποδειγματική έκφραση δημόσιας αναλγησίας για κάθε «ιερό και όσιο». Όλη η αθλιότητα σε έξι εικόνες :

1. Πρόσοψη του κτηρίου, με την προτομή του ευεργέτη της Σχολής, Δημητρίου Διανέλλου και «αναπεπταμένες» τρεις σημαίες.

2. Μέσα στη σπουδή μεταστέγασης της Σχολής οι τρεις σημαίες εγκαταλείφθηκαν, μαζί με όλα τα άλλα άχρηστα (ή περιστασιακής χρήσης) αντικείμενα : η σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατηρεί ακόμη κάποια από τη φρεσκάδα της (αφού, συγκριτικά, είμαστε στην Ε.Ε. πολύ λιγότερα χρόνια)· η σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας, εμφανώς ταλαιπωρημένη και ακάθαρτη, δείχνει κυριολεκτικά «συντετριμμένη» (ίσως κάτω από το βάρος κρατικών περιπετειών εξήντα χρόνων)· τέλος η Ελληνική σημαία, ξεσκισμένη και κατηφής, όπως ―ίσως― και στις ψυχές μας.

3. Ο Δημήτριος Διανέλλος, καθώς στοχάζεται τη μοίρα του δωρητή σε έναν αχάριστο κόσμο. (Ίσως και την τύχη που επιφυλάσσεται στην προτομή του όταν κάποια στιγμή θα φθάσει στον χώρο η πρώτη αποφασιστική μπουλτόζα).

4. Μαγική εικόνα (όχι της Αλυκής) : τμήμα της πίσω αυλής της Σχολής, αποικία γλάρων σήμερα, ύστερα από τις πρόσφατες βροχές.

5. Μια ακόμη ειδυλλιακή εικόνα της πίσω πλευράς. Προσοχή : Το κτήριο βρίσκεται στο επάνω μισό της φωτογραφίας. Το υπόλοιπο αποτελεί αντανάκλασή του στα λιμνάζοντα νερά.

6. Προσπάθεια απεικόνισης τμήματος της αυλής ως αφηρημένο σχέδιο.

Ο λαϊκός ποιητής Ανδρέας Π. Μαππούρας (1918-1998), από την Αραδίππου, ήταν για περίπου μισό αιώνα πολύ οικεία δημιουργική παρουσία στην πόλη της Λάρνακας. Γνωστός ευρύτερα στην Κύπρο ως ο τελευταίος “επαγγελματίας ποιητάρης”, δηλ. ο τελευταίος του είδους που εξασφάλιζε τα προς το ζην αποκλειστικά από την ποίησή του ―κάτι όχι τόσο ασυνήθιστο σε παλαιότερα χρόνια― κυκλοφορούσε διαθέτοντας τις φυλλάδες του σε κάθε ενδιαφερόμενο. Συμμετείχε επίσης στην ετήσια γιορτή του Κατακλυσμού στη Λάρνακα κερδίζοντας, πολύ συχνά, βραβεία.

Ο Παύλος Λιασίδης (1901-1985), από τη Λύση, είχε πρωτοδημοσιεύσει ποιητάρικες φυλλάδες το 1921, όμως η ποιότητα του κατοπινού έργου του τον ανέδειξε ως ένα από τους καλύτερους ιδιωματικούς ποιητές του τόπου. Το 1974, ύστερα από την τούρκικη Εισβολή, υποχρεώθηκε να καταφύγει στη Λάρνακα, όπου έζησε έως το θάνατό του, τον Σεπτέμβριο του 1985. Έξι μήνες αργότερα ένας άλλος σπουδαίος ιδιωματικός ποιητής, ο Κυριάκος Θ. Καρνέρας (1900-1986), από την Ξυλοτύμπου, ακολουθούσε τον Λιασίδη στον τάφο.

Την απώλεια αυτών των δύο ομοτέχνων του, με γνήσια συγκίνηση και έκδηλη ταπεινοφροσύνη, τίμησε ο νεότερός τους Ανδρέας Π. Μαππούρας στα ποιήματα που ακολουθούν, χωρίς να παραλείπει και κάποια κριτική της επικαιρότητας.

Στον αείμνηστον Παύλον Λιασίδην

Έφυες με παράπονον της προσφυγιάς θκειέ Παύλο

τζι ’εν θα ’χουμε συνάδερφον όπως εσέναν άλλο.

Σαν να ’σουν ένας τζιύρης μας με τες παραντζελιές σου

τζι έθελα πάντα να πατώ μέσα στες αυλατζιές σου.

Α(ν) δεις που τους συντρόφους μας κανέναν εις τον Άδη

πε τους κανέναν ποίημα ας εν’ τζιαι για σημάδι.

Παλαίσην, για τον Κουρουζιά, τον Γιώρκον Κατσαντώνη,

πε τους το λλιανίσκουμεν ώσπου περνούν οι γρόνοι.

Τζι αν ευρεθούμεν κάποτε στον Άδη τζι εν’ κισμέτι

τζι έσιει λαούτα τζιαι βκιολιά  κάμνεις μας ζιαφέτι.

Έναν κλωνί βασιλιτζιάν στεφάνι σου χαρίζω

τζι ως που ’χω πάνω μου οπνιάν εν να σε μακαρίζω.

Ανδρέας Μαππούρας 29-9-1985

Στην μνήμην του αξέχαστου συνάερφού μου

Ποιητή

Αείμνηστου Κυριάκου Καρνέρα

Έπαρτους σιαιρετίσματα

Έφυες Γέρο Πλάτανε τζι εσού κατόπιν τ’ άλλου,

θέλω να πω, του φίλου μας του μακαρίτη Παύλου.

Μπορεί να σου ’πεν κάποτε, φαίνεται μιαν ημέρα,

“Έτο πααίννω, τζι έρκεσαι κατόπιν μου, Καρνέρα”.

Συμφωνημένοι να ’σαστον ήτουν να γελαστείτε

που έξι μήνες τζι ύστερα να πάεις να βρεθείτε.

Αν δειτε τους συντρόφους μας τζει κάτω τζει που πάτε,

περνούν νάκκον καλλίτερα κανέναν αρωτάτε.

Τζει κάτω πέρκι ’εν έσιει κλέφτες, όπως ’δα πάνω,

όσα τζι αν έχουν θέλουσιν για να ’χουν παραπάνω.

Ούτε ’εν να γυρίζουσιν τες πόρτες να κτυπούσιν

για Δήμαρχους τζιαι βουλευτές ψήφους για να ζητούσιν.

Αν κάμνουσιν πυρηνικά, πυραύλους τζιαι κανόνια,

’εν να λαλούμεν του Θεού να μας πιντώννει γρόνια.

Αν ’εν την ίδιαν ζωή που ζιουν οι πεθαμμένοι,

να μείνουμεν στον τόπον μας που ’μαστον μαθημένοι.

’Πο τούτα ούλα ’εν έσιει στον Άδην σαν λαλούσιν,

έπαρ’ τους σιαιρετίσματα τζιαι να μας καρτερούσιν.

Ανδρέας Μαππούρας, Αραδίππου 30-3-86

[Γλωσσάρι : κισμέτι (τουρκ.) = μοίρα / ζιαφέτι (τουρκ.) = γλέντι / οπνιά = αναπνοή / πέρκι (τουρκ.) = ίσως / πιντώννω = προσθέτω].

[Ο κυπριακής καταγωγής κλασικός φιλόλογος και συγγραφέας Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στα πανεπιστήμια Οξφόρδης και και Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του διατήρησε στενούς δεσμούς με την Κύπρο, πατρίδα της μητέρας του Αυγούστας Ν. Φραγκούδη. Είχε γεννήθεί στην τουρκοκρατούμενη Μυτιλήνη (όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας), όμως μεγάλωσε στη Λεμεσό όπου διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα. Εργάστηκε ως σχολάρχης (1896-1898) στην Ελληνική Σχολή Λάρνακας, αργότερα ως δικηγόρος στη Λεμεσό και κατά την περίοδο 1907-1909 ως ο πρώτος έλληνας επόπτης των Ελληνικών Σχολείων της Κύπρου. Σημαντική ήταν η συμβολή του και στην ίδρυση του Κυπριακού Μουσείου. Πολλές μελέτες του αναφέρονταν στην Κύπρο.

Τον Νοέμβριο 1933, σε φιλολογικό μνημόσυνο για τον Σίμο Μενάρδο, στην Ακαδημία Αθηνών, κύριος ομιλητής ήταν μία από τις μεγαλύτερες μορφές της νεοελληνικής φιλόλογίας, ο Ιωάννης Συκουτρής (καθηγητής στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας 1922-1924), ο οποίος ανέφερε και τα ακόλουθα για τον τιμώμενο] :

Άνθρωπος αληθινά εξευρωπαϊσμένος ο Μενάρδος, ησθάνετο ότι η μεγάλη ζημιά της πνευματικής μας ζωής, η κατάρα, νομίζει κανείς, του πνευματικού μας βίου από των Βυζαντινών και εξής, είναι η φυγή από την πραγματικότητα, η ανικανότης μας ν’ αντικρύσωμεν ανδρικά και ρεαλιστικά την ζωήν. Αντ’ αυτού καταφεύγομεν είς άγονον και ομφαλοσκοπικόν παρελθοντισμόν, ή χειρότερον ακόμη, λησμονούντες ότι δια το μέλλον εργάζεται γόνιμα και μόνιμα, όστις εργάζεται αληθινά δημιουργικώς δια το παρόν. Και αυτός ο συνεσταλμένος και φιλήσυχος έβλεπεν, ησθάνετο καλύτερα, πόση ανανδρεία κρύπτεται εις εκείνους, οι οποίοι αποστρέφουν το πρόσωπον είτε από το παρελθόν είτε από το παρόν.

[Μία πενταμελής ομάδα ξένων επισκεπτών επισκέφθηκε την Κύπρο το 1853 και ένα μέλος της δημοσίευσε τις εντυπώσεις του σε τρεις συνέχειες, στα αγγλικά, σε ιρλανδικό περιοδικό του 1856. Στο πρώτο μέρος, με τίτλο “Τα κρασοκέλαρα της Σαλίνα”, το οποίο αναφέρεται στη Λάρνακα, “την πιο πολυάσχολη πόλη της Κύπρου” όπως τη χαρακτηρίζει, περιλαμβάνονται ενδιαφέρουσες πληροφορίες για ύπαρξη μεγάλων υπόγειων κελαριών φύλαξης κρασιών, για τα οποία δεν διαθέτουμε μαρτυρίες και από άλλες πηγές. Ο επισκέπτης ξεναγείται στα κελάρια από κάποιο λαρνακέα έμπορο “σινιόρ Βαλτισίνικο”, ο οποίος δεν μπορεί να ταυτιστεί με γνωστές προσωπικότητες της σκαλιώτικης κοινωνίας της εποχής. Ίσως πρόκειται για παραφθορά (“εξ ακοής” καταγραφή) του επωνύμου “Βοντιτσιάνος”, οπότε δυνατόν να αναφέρεται σε μέλος της γνωστής οικογένειας εμπόρων της Λάρνακας (Πέτρος-Παύλος ή Αντώνιος Βοντιτσιάνος) οι οποίοι είχαν δεσμούς και με το προξενείο της Αγγλίας στην πόλη].

H συνομιλία μας στράφηκε στα αξιοπερίεργα της Σαλίνα, τα κρασοκέλαρά της― σπηλιές μεγάλων διαστάσεων, τεχνητές και φυσικές, όπου οι κάτοικοι από παλιά φύλαγαν τους πολυτιμότερους θησαυρούς τους, από λεηλασίες λεβαντίνων πειρατών, με εισόδους παράξενα καλυμμένες.

Tο βράδυ ο σινιόρ Bαλτισίνικος μας οδήγησε σε μια εσωτερική αυλή περίκλειστη από ψηλούς τοίχους, στο πίσω μέρος της κατοικίας του, για να ιδούμε το κελάρι του.

“Όλα αυτά τα σπίτια”, εξήγησε, “κτίστηκαν πρόσφατα. Tα σπήλαια υπήρχαν από αιώνες. Aυτό το τμήμα της πόλης είναι μονάχα ένα μίλι από την κυρίως Λάρνακα, η οποία βρίσκεται στο εσωτερικά. Tους παλιούς καιρούς θα μπορούσε να περάσει κάποιος εκατό φορές από εδώ και να μη γνωρίζει πως υπάρχει σπήλαιο τόσο κοντά”.

H αυλή οδηγούσε σε δωμάτιο υποστηριγμένο με καμάρες, με πόρτα στον τοίχο του βάθους. Eδώ επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Δυο υπηρέτες πηγαίναν μπροστά, φωτίζοντας το δρόμο, και προχωρήσαμε μέσα σε θολωτό διάδρομο. Tο πάτωμα ήταν σχεδόν επίπεδο, ελαφρά κατηφορικό. Φθάσαμε σε μια βαριά πόρτα κι από εκεί περάσαμε σε στενό πέρασμα που επέτρεπε να προχωρούμε ο ένας πίσω από τον άλλο.

Tο έδαφος, κι από τις δυο πλευρές, ήταν αρκετά αμμώδες― ξύλινες δοκοί ήταν το μόνο στήριγμα που εμπόδιζε την άμμο ν’ απλωθεί και να κλείσει το άνοιγμα.

“Όπως βλέπετε”, είπε ο Bαλτισίνικος, φωτίζοντας την άμμο με το φανάρι του, “οι φυγάδες δεν είχαν παρά να αφαιρέσουν μερικές δοκούς, για να κλείσει το πέρασμα”.

“Πράγμα που τους εμπόδιζε να ξαναβγούν, με τον ίδιο τρόπο που εμπόδιζε τους διώκτες τους να μπουν μέσα”, παρετήρησα.

“Σωστά, πολύ σωστά, σινιόρ”, μου απάντησε, “είχαν όμως αρκετές προμήθειες μέσα και γνώριζαν σε ποιό σημείο ν’ ανοίξουν έξοδο. Για το λόγο αυτό, πάντοτε υπήρχαν μισοσκαμένα περάσματα μέσα από τα οποία μπορούσαν να περάσουν σε άλλα σπήλαια, αν ο εχθρός επέμενε πεισματικά να φθάσει στο καταφύγιό τους”.

“Aυτές οι δοκοί είναι σάπιες”, πρόσθεσα, αφού τις εξέτασα καλύτερα.

“Έχετε δίκιο, eccellenza, γιαυτό κι ο καλός μου φίλος Carpatry παρ’ ολίγο να σκοτωθεί επειδή δεν τις είχε αλλάξει έγκαιρα― πρέπει να τις αντικαταστήσουμε με την πρώτη ευκαιρία”.

“Tί συνέβη με τον Carpatry, σινιόρ;” ρώτησα.

“Kαθώς μετακινούσε κάποιο βαρέλι ―οι δούλοι το είχαν αφήσει να κυλήσει στο πέρασμα― έρριξε τις δοκούς και η άμμος έκλεισε την έξοδο. O Carpartry κατέφυγε πίσω στο σπήλαιο. Xρειάστηκαν μερικές ώρες έως ότου τον απελευθερώσουν, κι έως τότε ζούσε με κουμανδαρία”.

Φθάσαμε τέλος σ’ ένα πλατύ και ευρύχωρο θολωτό υπόγειο, περιορισμένο εδώ κι εκεί από όγκους άμμου που διέρρεαν από τη στέγη και τα πλευρά. Ήταν φανερό πως αρχικά ήταν πολύ μεγαλύτερο, όμως οι ανάγκες του τωρινού ιδιοκτήτη ικανοποιούνταν από τον τεράστιο χώρο που απέμενε. H θολωτή στέγη, στο ψηλότερό της σημείο, είχε κάπου 30 πόδια. Ήταν σαν να βρισκόμαστε μέσα σε μια τεράστια καμπάνα από άμμο. Eίκοσι έως τριάντα μεγάλα πιθάρια και βαρέλια ήταν στοιβαγμένα στην άκρια επειδή ο χώρος μπροστά ήταν μισοσκεπασμένος από άμμο, και με υπερηφάνεια ο καλός σινιόρ Bαλτισίνικος μας επέδειξε τα βαρέλια που περιείχαν κουμανδαρία είκοσι τρόνων, δέκα χρόνων, και νεότερης παραγωγής.

H χαμηλή θερμοκρασία του χώρου ήταν πολύ εντυπωσιακή. Tο πέρασμα από τη θολωτή είσοδο ήταν πνιγηρό, εξαιτίας της άμμου που, ανάμικτη με αέρα, δημιουργούσε βαριά και δυσάρεστη ατμόσφαιρα. Eδώ όλα ήταν αλλοιώτικα. O οικοδεσπότης μάς βεβαίωνε πως ο χώρος εξαεριζόταν ελεύθερα από χίλια μικροσκοπικά ανοίγματα στην άμμο της στέγης, έτσι ώστε ο αέρας παρέμενε δροσερός και ανάλαφρος. Η λάμψη από τις φωτιές των υπηρετών φώτιζε το σύνολο του δωματίου, και γίνηκε πιο έντονη όταν ο οικοδεσπότης έστειλε τους υπηρέτες να φωτίζουν τα βαρέλια.

Αφού χαρήκαμε για αρκετή ώρα τη δροσερή ατμόσφαιρα και δοκιμάσαμε κρασί που ο ίδιος ο σινιόρ Βαλτισίνικος τράβηξε από κάποιο πιθάρι, τόσο κρύο σαν να το είχαν παγώσει, ο οικοδεσπότης διέταξε τους υπηρέτες να φωνάξουν, πράγμα που έκαναν με διαβολική σφοδρότητα που μας ξάφνιασε. Οι φωνές φαίνονταν να κυλούν, απόκοσμες, σ’ ολόκληρο το σπήλαιο και στα βαρέλια γύρω, και προκάλεσαν πτώση λεπτής άμμου από τη στέγη, που μας έκανε να βήχουμε.

“Φτάνει, φτάνει”, είπε τέλος ο κύριός τους. “Τώρα χρειαζόμαστε ένα ποτήρι κρασί. Μη φοβάστε κύριοι! Η στέγη άντεξε έως τώρα εκατοντάδες τέτοιες κραυγές, και θ’ αντέξει άλλες τόσες!”.

Με πολλή ανακούφιση ξεμυτίσαμε, από τα υπόγεια κελάρια του Κυπρίου, στο φως της ημέρας.

[Εικονογράφηση : Δοκιμή κρασιών από άγγλους στρατιωτικούς σε κυπριακό κελάρι κρασιών. Γραβουρα 1878].

[Ευχετήρια ταχυδρομικά δελτάρια που κυκλοφορούσαν στη Λάρνακα πριν από ένα αιώνα. Το δεύτερο είναι κεντημένο με μεταξένια κλωστή].

Τον Αύγουστο του 1897 δημοσιεύονται σε εφημερίδες δύο ελεγειακά ποιήματα για το θάνατο του 23χρονου Adrien Beraud, τέκνου της γνωστής σκαλιώτικής οικογένειας του Celestin Beraud (1837-1915), ναυτιλιακού πράκτορα και αντιπροσώπου της γαλλικής ναυτιλιακής εταιρείας Messageries Maritimes (ένας αδελφός του Celestin, ο Λεοπόλδος Μπερώ, είχε υπηρετήσει ως Δημοτικός Σύμβουλος Λάρνακας το 1878). Τόσο ο Celestin όσο και ένας άλλος γιος του, ο Antoine (1870-1920) – στον οποίο αφιερώνεται το ένα από τα ελεγεία – αντικαθιστούσαν τον Γάλλο Πρόξενο στη Λάρνακα, όταν αυτός απουσίαζε από την Κύπρο.

Το πρώτο ελεγείο υπογράφει ο δημοσιογράφος και ποιητής Νικολάκης Δ. Φραγκούδης (1857-1913), από τη Λάρνακα, ενώ το δεύτερο ο λόγιος Θεοχάρης Α. Χωματενίδης [Χωματένος] (1855-1920), από την Κοντέα. (Η δημοσίευση σε εφημερίδες ελεγείων για το θάνατο νέων ανθρώπων δεν ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο κατά τα παλαιότερα χρόνια. Βλ. και ανάρτηση αρ. 180, όπου παρουσιάστηκαν δύο ελεγειακά ποιήματα του 1853).

Adrien C. Beraud (1874-1897)

[Ευχαριστώ τoν φίλο Rene Beraud για τη φωτογραφία του A. Beraud και για πληροφορίες σχετικές με την οικογένειά τους].

[Tον Oκτώβριο 1917, όταν ο εικοσιοκτάχρονος Νικόδημος Mυλωνάς ήταν ακόμη Xωρεπίσκοπος Σαλαμίνος (το επόμενο χρόνο εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου), δημοσίεψε στο περιοδικό Eκκλησιαστικός Kήρυξ, της Iεράς Mητροπόλεως Kιτίου, άρθρο με τίτλο “Η κατάστασις του λαού” όπου, με λόγο τολμηρό που ίσως για πρώτη φορά ακουγόταν από πένα κυπρίου ιερωμένου, κρινόταν η πνευματική, κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση του κυπριακού λαού. (Το άρθρο αυτό ο Σάββας Xρίστης χαρακτήρισε κάποτε ως το πρώτο σοσιαλιστικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στην Kύπρο). Πρόκειται σίγουρα για ένα από τα πρώτα κείμενα του είδους που βλέπουν το φως στον κυπριακό περιοδικό τύπο, και το πιο εντυπωσιακό είναι ότι γράφεται από ανώτερο εκκλησιαστικό και δημοσιεύεται σε επίσημο περιοδικό Mητροπόλεως.

Παρά το ότι από τότε έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας και πολλά έχουν αλλάξει ―τερματισμός Αγγλικής κατοχής, έντονη αστικοποίηση, αναβάθμιση μόρφωσης και κρατική εργοδότηση των εκπαιδευτικών― κάποια άλλα από όσα στιγματίζονται στο κείμενο επιβιώνουν στην κυπριακή κοινωνία έως τις μέρες μας].     

Ακολουθει εκτενές απόσπασμα από το άρθρο.

*

[…] Μάτην ο πλούτος χύνεται γύρω με σπατάλην· ο κύπριος διέρχεται αναίσθητος μπροστά εις τόσον μεγαλείον, εν υπομονή τρώγων τον άρτον της αθλιότητος και της πενίας εν αναμονή της μακαρίας επιβραβεύσεως των ουρανών ανθ’ όσων ενθάδε επείνασε. Τις η αιτία και τις ο υπεύθυνος;

Αλλά θα ήτο έργον ματαιοπονίας να ομιλήσει τις περί υπευθύνων. Εις τον μακάριον αυτόν τόπον ευθύναι ποτέ δεν ζητούνται, αν δε ζητηθούν ποτέ, θα ζητηθούν ―εστέ βέβαιοι― από όπου δεν υπήρξαν. Τόσον ο ραγιαδισμός εκυρίευσε την ψυχήν του αγρότου μας.

Θα ήτο δε αστείον να ομιλήσει κανείς περί ευθυνών και να επιχειρήσει τις υπεράσπισιν λαϊκών δικαιωμάτων εδώ, όπου η περί λαού αντίληψις εξισοί τούτον προς αμνόν άκακον αδιαμαρτυρήτως κειρόμενον. Εάν δε ποτέ ακούετε να γίνηται λόγος τις εν ονόματι των λαϊκών δικαιωμάτων να είσθε βέβαιοι ότι την στιγμήν εκείνην απεμπολούνται ταύτα αντί πινακίου φακής.

Τοιουτοτρόπως δε συμβαίνει ώστε, ενώ καθ’ εκάστην σχεδόν άνδρες βουληφόροι αναδεικνύονται δια της ψήφου του λαού, ίνα προστώσι τούτου εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής, δεν βλέπομεν ουδέ καν ένα τούτων να κινηθεί, να ταχθεί ο πρωτοπόρος μιας πανστρατιάς νέων ανδρών, ήτις με τον πέλεκυν μιας νέας σκέψεως θα κόψει σύρριζα αιωνοβίους προλήψεις και δεισιδαιμονίας του λαού.

Πού ποτε βλέπει τις τον τροβαδούρον των λαϊκών μαζών, ο οποίος με το ποίημα της θετικής σκέψεως να πλάσει από το λαϊκόν τούτο χάος τον σφριγηλόν κόσμον που θα ξεύρει ν’ αγαπά την γην ως την αιωνίαν μητέρα και τροφόν του;

Τοιουτοτρόπως συμβαίνει ώστε έσχατοι ημείς βαίνομεν συρόμενοι όπισθεν του άρματος των ξένων λαών πιθηκίζοντες εν τη απομιμήσει αυτών και όταν τα αδύνατα από την πείναν σκέλη μας αρνούνται να μας υπηρετήσουν εις τον θυελλώδη τούτον δόλιχον της ανθρωπίνης προόδου, δάκνοντες τα χείλη από φθόνον, αυτοπαρηγορούμεθα ευρίσκοντες ισάξιον αντίρροπον της βραδυπορίας ταύτης εν τη αναμνήσει των προγονικών θησαυρών.

Και θα ήδύνατό τις να παρηγορηθεί σκεπτόμενος ότι λαός μεμορφωμένος πνευματικώς δεν δύναται παρά να εύρει αφ’ εαυτού τα μέσα να αναπλάσει εαυτόν και να ακολουθήσει τους άλλους λαούς εν τω ιλίγγω της προόδου και του πολιτισμού.

Έν βλέμμα επί της όψεως ταύτης θα ηδύνατο να μας οδηγήσει προς εμβάτευσιν του προσεχούς μέλλοντος εγκλείοντος εν αυτώ τας σωστικάς ελπίδας.

Δυστυχώς η συμμαχία και επιμαχία κυβερνητικής αφροντισίας κα;ι κρυφίων προσωπικών συμφερόντων δίδουσι καιρόν εις το σχολαστικότερον των προγραμμάτων και συστημάτων όσα ποτέ εξεκολάφθησαν εις διδασκαλικόν εγκέφαλον να απομυζά κάθε ικμάδα ζωής από τον τρυφερόν εγκέφαλον του κυπρίου παιδός.

Ήδη δύο περίπου γενεαί εγαλουχήθησαν με την ξηρότητα του τοιούτου προγράμματος και όμως η λιτή λαϊκή βιβλιοθήκη αποτελούμενη από ευσεβή Συναξάρια, τα παραμύθια του Συντύπα και τα τραγούδια των επιχωρίων ποιητών ούτε κατά ένα τόμον ηυξήθη, εξ εκείνων τα οποία θα  είχον θέμα την πεζότητα του χωραφίου, και την χυδαιότητα του δένδρου.―Αιτία τούτου η ψυχρά και άνευ ενθουσιασμού διδασκαλία η πλανωμένη εις τα νεφελώματα των ιδεών και μη καταδεχόμενη να προσγειωθεί επί του εδάφους της θετικότητος. Η διδάσκαλοί μας, κατά πάνταν αξιέπαινοι νέοι, ονειρευόμενοι την διάπλασιν του λαού κατά το πρότυπον των προηγμένων τοιούτων λαών, συντόμως αφομοιούνται με το περιβάλλον αυτών, διότι δεν επλάσθησαν ούτοι καταλλήλως ώστε να γίνουν ζύμη ήτις θα αφομοιώσει το πελώριον φύραμα του λαού.

Τοιουτοτρόπως συμβαίνει ώστε εκτός από ολίγην ανάγνωσιν και γραφήν (και ταύτην μετ’ εμποδίων) ο κύπριος παις εξέρχεται του σχολείου και εισέρχεται εις την ζωήν με εγκέφαλον ηλαφρωμένον από τας αναγκαιούσας γνώσεις. Και τούτο διότι ο διδάσκαλός του ουδέποτε ηθέλησε να στρέψει την προσοχήν του προς το μέγα βιβλίον της φύσεως, αφ’ ου θα δυνηθεί να αντλήσει τας αναγκαίας γνώσεις.

Αλλαχού οι διδάσκαλοι είναι οι κοινωνικοί μοχλοί που δίδουν την ώθησιν εις τας μάζας των λαών. Εδώ οι διδάσκαλοι κρατούνται μακράν της ζωής και αν ποτέ εισέλθουν εις αυτήν θα εισέλθουν κατόπιν αδείας των κατά τόπους κομματαρχών δουλώσαντες πρότερον την οντότητά των εις τον οκτάπουν του κοινοτικού άρχοντος, ο οποίος είναι έτοιμος να εξακοντίσει τον δυστυχή διδάσκαλον εις το άλλο άκρον της νήσου ευθύς ως αντιληφθεί τούτον διδάσκοντα καινά δαιμόνια (ταμιευτήρια, συνεταιρισμούς, γεωργικάς τραπέζας κλπ.) εις τους ευτυχείς δουλοπαροίκους της χωροδεσποτείας του. […]

Αύγουστος 2017
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Απρ.    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031